......................................................................... του λογοτεχνικού περιοδικού ΥΦΟΣ *

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή



"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
.................................................................Η ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΥΦΟΣ πατήστε πάνω στο εικονίδιο

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

ΔΟΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ (1895-1979)

Dionisis Vitsos
                      
                          ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Σκορπά το κλήμα γύρω τους χυμούς του
Τρυγούν μέσα στ' αμπέλι τα σταφύλια.
Κι' απ' τη γυρτή του μπαλκονιού μας γρύλλια,
Μέσα σταπομεσήμερο τ' Αυγούστου,
Η μυρουδιά του πατημένου μούστου
Στην κάμαρά μας μπαίνει την ανήλια,
Κ' ηδονικά χαϊδεύει μου τα χείλια 
Το κλήμα με τους ώριμους καρπούς του.

Τριγύρω μας απλώνει πονηρά
Τη μέθη με τα φλόγινα φτερά.
Δε φταίμε μεις αν μέσα στις καρδιές μας

Ξυπνούν αμαρτωλές οι επιθυμιές μας...
Ζεστό τ' απομεσήμερο τ' Αυγούστου,
Μεθυστικιά κ' η μυρουδιά του μούστου.

                             ΔΟΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ (1895-1979), Χανιά 1917 

~~~~~~~~~~~~~
[ΔΟΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ: Ποιήτρια από την Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε φιλολογία αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης όπου γνώρισε τον Κώστα Βάρναλη κι έγινε σύζυγός του 1929. Δημοσίευσε στον Νουμά και αλλού.
Εργάστηκε σαν φιλόλογος σε γυμνάσια της Κρήτης και της Αθήνας. Βραβεύτηκε στον Καλοκαιρίνειο διαγωνισμό του 1958.]


Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Μάνος Ελευθερίου: Από τη φουρνιά που δεν εκποίησε την ψυχή της για τριάντα αργύρια

ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ ΙΔΕΩΝ
γράφει ο Στέλιος Ελληνιάδης*


«Χωρίς να το θέλει, αναγκαστικά βρίσκεται και βόσκει με όλα τα θηρία των δρυμών και τα πουλιά του δάσους. Παριστάνει το πουλί στα πουλιά και το θηρίο στα θηρία, ξέροντας πως έτσι και του βγάλουν τα ρούχα της μασκαράτας θα τον φάνε ζωντανό. Και επειδή έχει ακόμη μέσα του εκείνη την κακιά συνήθεια να ασκητέψει, του αρέσει και λιγάκι αυτή η καταστροφή, γιατί δήθεν έτσι ασκείται το σώμα στον πόνο και εξαγνίζεται η ψυχή, αλλά λίγο θέλει να τον πάρουν οι αντίπαλοι και για μαζόχα. Το σταματάει άτσαλα καμιά φορά το παιχνίδι, όμως οι πληγές θέλουν γιατρό. Εδώ παριστάνει τον αυτοσχέδιο γιατρό και με πρακτικά καταπλάσματα επουλώνει ό,τι μπορεί.»
_______
(από το «Οι θλίβοντες την ψυχή μας» στο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου «Είναι αρρώστια τα τραγούδια», εκδ. Καστανιώτη, 2002)

~~~~~~~~~~~

 Χ ρειάστηκα προσπάθεια για να μπω –σε κάποιο βαθμό- στην ουσία μερικών πραγμάτων, που όταν εν τέλει τα συνειδητοποιείς ή τα εξιστορείς φαίνονται πολύ κοινότοπα. Ένα απ’ αυτά που με βασάνιζαν από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με τις τέχνες, στην πιο λαϊκή τους μορφή, ήταν πώς μερικοί άνθρωποι καταφέρνουν να διατηρήσουν τον δημιουργικό τους οίστρο μέχρι το τέλος ή, εν πάση περιπτώσει, με πολύ μεγάλη διάρκεια, χωρίς να χάνουν την έμπνευσή τους, χωρίς να ξεφτίζουν ατομικά ακόμα κι όταν παύουν να παράγουν ένα «προϊόν».
Με βοήθησε καθοριστικά η συναναστροφή μου με σπουδαίους δημιουργούς. Τους βίωνα και τους μελετούσα. Κι ακόμα το κάνω. Δεν ήταν καθόλου ίδιοι μεταξύ τους, σαν χαρακτήρες. Οι προσωπικότητες τους ήταν πολύ διαφορετικές. Δεν ζούσαν με τον ίδιο τρόπο, ούτε εργάζονταν στον ίδιο «χώρο», ούτε έκαναν τα ίδια πράγματα, ούτε στην ίδια εποχή, δεν εκφράζονταν ομοιόμορφα ούτε είχαν την ίδια κοσμοθεωρία και αρκετοί δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους.
Αργά και βασανιστικά, μέσα στα χρόνια, όσο καταδυόμουν στα «βάθη» του έργου, των αντιλήψεων και του τρόπου ζωής τους, όσο ωρίμαζαν οι σκέψεις που προκύπτανε από τις παρατηρήσεις και συνδέονταν μεταξύ τους κάποιοι κρίκοι, έβρισκα τους κοινούς παρονομαστές, εντόπιζα ορισμένα συγγενή ή παρεμφερή σημεία ξεχωριστής σημασίας που έλυναν τους γρίφους μου. Αναδυόταν κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ δομικό που συνδέει με έναν αόρατο ιστό ανόμοιους δημιουργούς. Βήμα-βήμα ανακάλυπτα ένα ιδιαίτερο «γονίδιο» που ενυπάρχει στην προσωπικότητα και το έργο μιας άτυπης ομοταξίας καλλιτεχνών που περιλαμβάνει τον μόλις αποδημήσαντα Μάνο Ελευθερίου και τον Άκη Πάνου, τον Χατζιδάκι και τον Ζαμπέτα, τον Καζαντζίδη και τον Διονυσίου, τον Νικόλα Άσιμο και τον Νίκο Παπάζογλου. Και άλλους. Στη μουσική, εύκολα θα μπορούσα να ξεκινήσω από παλιότερα, από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βασίλη Τσιτσάνη ή από τον Απόστολο Καλδάρα και την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, δηλαδή δημιουργούς που γνωρίσαμε ή έχουμε αρκετά στοιχεία για το «ποιον» τους, για να φτάσω σήμερα μέχρι τους «βόρειους» Ντίνο Χριστιανόπουλο, Τάκη Σιμώτα, Αργύρη Μπακιρτζή, Θωμά Κοροβίνη, Θανάση Παπακωνσταντίνου και Γιάννη Αγγελάκα που μου φαίνεται ότι είναι –μέσα στην πολυπλοκότητά τους– φορείς του ιδίου ενζύμου. Παραλείποντας –για πρακτικούς λόγους– πολλούς άλλους που νομίζω ότι επίσης ανήκουν σ’ αυτή την διακεκριμένη κατηγορία των δημιουργικών ανθρώπων. Κι αν συμπεριλάβω κι όσους έχουν αυτό το «γονίδιο», αλλά προέρχονται από άλλους κλάδους των γραμμάτων και των τεχνών (λογοτεχνία, σινεμά, θέατρο, εικαστικά κ.λπ.), όπως, εύκολα μου έρχονται στο μυαλό ο συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος, ο σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαηλίδης, ο καραγκιοζοπαίχτης Θανάσης Σπυρόπουλος, ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, ο ζωγράφος Ράλλης Κοψίδης και ο συγγραφέας Αλέξης Πάρνης, τότε πλέον μιλάμε για συνομοταξία, χωρίς αυτό να μειώνει την αυτοτελή και ιδιοφυή αξία του καθενός.

Στο Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας, 2016 (φωτό Μαρτίν Περικέ)

Η πεμπτουσία

Δεν πρόκειται για τίποτα υπερανθρώπους. Το αντίθετο, θα έλεγα. Πρόκειται, όμως, για ανθρώπους με εξαιρετικές ευαισθησίες, οι οποίες είναι τόσο ισχυρές και έντονες που μετουσιώνονται σε κάτι πολύ στέρεο και ανθεκτικό. Σε ένα «πυρήνα», πολιτισμικό και ψυχολογικό, που καθορίζει τις επιλογές τους, το περιεχόμενο και την ποιότητα του έργου τους, και την εν γένει στάση ζωής τους.

Τι ήταν ο Μάνος Ελευθερίου; Ένας ατσάλινος άνθρωπος; Και τι ήταν ο Άκης Πάνου; Άτρωτος; Και τι ήταν αυτό που έκανε τον Ελευθερίου να προσεγγίσει τον Πάνου και να εκδώσει τους στίχους των τραγουδιών του; Και γιατί ο Άκης εκτιμούσε τον Μάρκο Βαμβακάρη και ο Χατζιδάκις τον Ζαμπέτα; Ταίριαζε καθόλου η κοινωνική ζωή του Ελευθερίου με του Πάνου ή του Γιώργου με του Μάνου; Ήταν, άραγε, μόνο η ποιητικότητα του ενός και η δεξιοτεχνία του άλλου που τους έφερνε τόσο κοντά; Κοινωνικά ο Καζαντζίδης ήταν αλλού από τον Παπάζογλου και πολιτικά από τον Άσιμο ή τον Αγγελάκα. Όλοι τους με εμφανείς διαφορές, όλοι από άλλο δρόμο και κατά κανόνα ο καθένας με τη δική του «φιλοσοφία». Αλλά όλοι με ένα κοινό στίγμα στον παρονομαστή.
Μερικοί το είχαν ξεκάθαρα συνειδητοποιημένο και μερικοί το διαισθάνονταν ενστικτωδώς. Αμφότεροι, όμως, είχαν μια πολύ βαθιά, έντονη και σταθερή συναίσθηση ότι για να διαφυλάξουν, να καλλιεργήσουν και να διατηρήσουν την ποιότητα, την οξύτητα, την αλήθεια και την αξία του έργου τους, ήταν αναγκαίο, απαραίτητο και αδιαπραγμάτευτο να υπερασπίζονται τις ιδέες και τις αξίες τους, το προσωπικό του υπόβαθρο, τον αρχικό και βασικό τους πυρήνα, την πεμπτουσία τους. Δεν είναι συμπτωματικό ότι σχεδόν χωρίς καμία εξαίρεση, όσοι ανήκουν σ’ αυτή τη συνομοταξία, δεν παραδόθηκαν στη λατρεία του πλούτου, απέφυγαν τα δημόσια αξιώματα, περιφρόνησαν τη χλιδή, αρνήθηκαν να ενσωματωθούν στο σύστημα, δεν υπηρέτησαν την εξουσία, δεν νέρωσαν το κρασί τους, δεν άλλαξαν τον τρόπο ζωής τους μετά την επιτυχία και την αναγνώριση, δεν εξαργύρωσαν τη φήμη και την απήχησή τους. Αυτός είναι άθλος, ιδίως όταν πρόκειται για ανθρώπους που ευκαιρίες τούς δόθηκαν πολλές για να ενταχθούν στο ρεύμα!

Στάσεις ζωής
Σε ορισμένους αυτή η επιλογή μπορεί να επηρεαζόταν από την πολιτική τους θέση και ιδεολογία, αλλά αυτό δεν ισχύει για όλους. Ήταν κάτι πέρα απ’ αυτό. Το είχαν κι αυτοί που ήταν πολύ απογοητευμένοι από τις πολιτικές και τις ιδεολογίες. Το κρατούσαν σαν φυλακτό, όπως ο Μίσσιος που απομακρύνθηκε από τον «φυσικό» πολιτικό του χώρο, αλλά δεν δελεάστηκε ούτε μετά την μεγάλη επιτυχία του βιβλίου του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Αντιθέτως, έμεινε μακριά από τα φώτα της πόλης, στο Μικροχώρι, μαζί με τη Ρηνιώ και το σκύλο τους, μελετώντας και γράφοντας.
Διέφερε και ο τρόπος που αυτό το «ιδίωμα» εκδηλωνόταν. Άλλοι υπερασπίζονταν τη θέση τους στον ήλιο επιθετικά και άλλοι αμυντικά, άλλοι με ανοιχτές κατά μέτωπο συγκρούσεις κι άλλοι με απόσυρση ή κρατώντας ασφαλείς αποστάσεις.
Ο Άκης Πάνου τράβηξε στα άκρα τη διεκδίκηση του δικαιώματος του να είναι αυτεξούσιος και πάνω στην όξυνση της σύγκρουσης εκτροχιάστηκε και κάηκε.
Ο Κοψίδης περιόρισε τις σχέσεις του με το περιβάλλον στο τόσο ελάχιστο που δεν θα γινόταν καν αντιληπτή η πνευματική συμβολή του εάν το έργο του δεν ήταν τόσο σπουδαίο. Όλη του η δύναμη εκδηλώνεται και όλα τα μηνύματα εκφράζονται μέσα από τους πίνακες και τα λυρικά και καυστικά κείμενα με τα οποία σχολίαζε τους ανθρώπους, τις τέχνες, την ιστορία, τη φύση, την πολιτική, τα συστήματα και τα προσωπικά του βιώματα.
Ο Τσιτσάνης δούλευε στα κέντρα διασκέδασης κάθε μέρα επί δεκαετίες, έκανε εκατοντάδες επιτυχίες, τραγουδήθηκε όσο κανένας άλλος, κέρδισε χρήματα, αλλά στο μεγάλο σπίτι που έχτισε για την οικογένειά του, ο ίδιος ζούσε στο υπόγειο, εκεί έγραφε τραγούδια, εκεί έβλεπε τους φίλους και συνεργάτες του, εκεί κοιμόταν, εκεί ένιωθε οικεία. Διαισθανόταν ότι η απομάκρυνση από το λιτό τρόπο ζωής, από το σανιδένιο πάλκο και το ταπεινό του όργανο, θα σήμαινε το τέλος του. Δεν άλλαξε συνήθειες ούτε φίλους. Υπερασπίστηκε την αισθητική του και δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το στέκι του, ακόμα κι όταν οι παρέες ήταν λιγοστές.
Ο Χατζιδάκις ξόδευε ότι μάζευε από δικαιώματα, ούτε βίλες, ούτε πισίνες, ούτε λιμουζίνες, και σάρκαζε κάθε άξιον σαρκασμού. Έγραφε μουσικές με τους φίλους του ποιητές που τα τραγουδούσαν οι ερμηνευτές που διασφάλιζαν την ανεξαρτησία του από τους σταρ τραγουδιστές και τις εταιρίες. Ίδρυσε και τον «Σείριο» γι’ αυτό το σκοπό. Απ’ όπου κι αν πέρασε, από διεθνείς δόξες και οφίκια καλλιτεχνικά, δεν άφησε τίποτα να τον διαβρώσει, τα έβλεπε αφ’ υψηλού και διατήρησε την αυθυπαρξία του αλώβητη.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έγραψε και δημοσίευσε πολύ νωρίς ένα κείμενο για να καταγγείλει το διαβρωτικό μηχανισμό των επιχορηγήσεων ξεκαθαρίζοντας εξ αρχής τη θέση του και έκανε μια ζωή πλούσια σε περιεχόμενο, αλλά ασφυκτικά λιτή σε οικονομικό επίπεδο. Απόλυτα συνειδητά.
Αλλά κι ο νεότερος Νίκος Παπάζογλου δεν έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, δεν ανέχτηκε προστασίες, έχτισε ένα ολόκληρο μικρό σύμπαν που ήταν ανοιχτό σε ό,τι αγαπούσε και στήριζε και ταυτόχρονα του εξασφάλιζε την αυτονομία, τη δημιουργικότητα και την ευζωία του ατελείωτου ταξιδιού.
Και πόσοι άλλοι…
Ο Μάνος Ελευθερίου μελετούσε, σχολίαζε, διόρθωνε ή μαλάκωνε το τραχύ περιβάλλον γύρω του… (φωτό Στ. Ελληνιάδης, Καλλιθέα, 7 Νοεμβρίου 2016)


Αυτονομία και δημιουργία

Γνώριζαν ή ένιωθαν αυτοί οι άνθρωποι, συνειδητά κι ενστικτωδώς, ότι η αλλαγή του τρόπου θεώρησης του κόσμου και οργάνωσης της ζωής τους, θα σήμαινε και τη φθορά της δημιουργικότητάς τους. Ότι εάν περνούσαν στο μέινστριμ, εάν αποδέχονταν τις δελεαστικές προσφορές για ευκολίες και μεγαλεία, εάν δεν διαφύλασσαν τη διαφορετικότητα και την ιδιαιτερότητα τους, την ανεξαρτησία και αυτονομία τους, θα βεβήλωναν τις προσωπικότητές τους, θα αλλοίωναν τις ταυτότητες τους και θα στέρευε η πηγή που έδινε τους καρπούς του ταλέντου τους. Το είδαμε και το βλέπουμε αυτό. 
Πολλά τα παραδείγματα. Τις συνέπειες που έχει αυτή η στροφή και ο συμβιβασμός, σε καλλιτέχνες και διανοούμενους, στο χαρακτήρα και το έργο τους, που ακολούθησαν τον «κανονικό» δρόμο, που άρπαξαν τις ευκαιρίες, που υπέκυψαν στα θέλγητρα του λάιφσταϊλ, που κουράστηκαν από την κόντρα και συμβιβάστηκαν, που πήγαν με το ρεύμα ή συναγελάστηκαν με την εξουσία. Πώς απονευρώθηκαν, πώς άλλαξαν, πώς στέγνωσαν.
Ο Αλέξης Πάρνης, στα 94 του χρόνια, είναι ακόμα στο αμπρί του, από αυστηρή επιλογή. Αρνήθηκε την ενσωμάτωση, απέφυγε ό,τι θα τον ξεστράτιζε, ό,τι θα του αφαιρούσε την ελευθερία να δημιουργεί κατά τη συνείδηση και το ταλέντο του, ό,τι θα μπλόκαρε την έμπνευσή του, ό,τι θα έκανε έκπτωση στην κοσμοαντίληψή του.
Ο Μάνος Ελευθερίου, αυτός ο λεπτεπίλεπτος άνθρωπος, πέρασε μέσα από τη σόου μπίζνες, από τα συγκροτήματα Τύπου, από τους εκδοτικούς οίκους και ανάμεσα στους δημοφιλείς αστέρες του τραγουδιού, ανέγγιχτος και αδιάβροχος. Είχε ένα αόρατο πέπλο άμυνας γύρω του. Σχολίαζε, διόρθωνε ή μαλάκωνε το τραχύ περιβάλλον με τα γραπτά του. Κέρδιζε χώρο για τον ίδιο και για όσους τον αναζητούσαν. Εκτιμούσε τον Μάρκο και τον Ζαμπέτα, αγαπούσε την Κάκια Μένδρη και τη Φλέρη Νταντωνάκη. Και πολλούς άλλους. Δεν ήταν μίζερα ανταγωνιστικός. Ήταν καλόγουστος και φίνος. Δεν ήθελε να γίνει κάτι άλλο, απολάμβανε αυτό που ήταν, αγαπούσε αυτό με το οποίο καταπιανόταν, κράτησε τη Σύρο ζεστά μέσα του και φώτιζε τις πιο όμορφες πνευματικές γωνιές της, περπατούσε στους δρόμους των Εξαρχείων και μετέπλαθε τους σφυγμούς της πόλης και τις αγωνίες των συμπολιτών του σε αφηγήματα, ποιήματα και τραγούδια. Ο Μάνος είχε επίγνωση της σημασίας να κρατήσει τον εσωτερικό του πυρήνα αμαγάριστο.
Αυτή η επιλογή, η στάση, η άποψη, η κοσμοθεώρηση, ενώνει άυλα αυτούς τους συνεπείς και ευφάνταστους δημιουργούς που διαθέτουν τα έργα τους, αλλά δεν ξεπουλάνε το είναι τους. Κι αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στην εποχή της εμπορευματοποίησης και της κωλοτούμπας, που όλα, ήθος, ιδέες, πιστεύω και αξίες βιάζονται και εκπλειστηριάζονται…
Στέλιος Ελληνιάδης

Υ.Γ. 1: Πιστός στις πεποιθήσεις του, ο Ελευθερίου είχε αφήσει εντολή να αποτεφρωθεί η σωρός του μετά την πολιτική κηδεία. Αυτό, όμως, που δεν μπορούσε να αποφύγει ήταν η θλιβερή παρουσία των σκάρτων πολιτικών προσώπων που έσπευσαν να τον «τιμήσουν» στο Α΄ Νεκροταφείο, για ένα πέρασμα λίγων δευτερολέπτων στα δελτία ειδήσεων.

Υ.Γ. 2: Στο Περίπτερο Ιδεών (Δρόμος φ. 162 και φ. 333) έχουν δημοσιευτεί κείμενα από το υλικό τριών εκδηλώσεων για τον Μάνο Ελευθερίου στις οποίες ήμουν κεντρικός ομιλητής, παρόντος του συγγραφέα. (Passport Πειραιά 2013, Δήμος Αγίων Αναργύρων 2014 και Δημοτικό Θέατρο Καλλιθέας 2016)

__________
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "δρόμος της αριστεράς" φύλλο 418 - 28/7/2018

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Aντίο Ποιητή!... Μάνο Ελευθερίου από την Σύρο

Δεν είναι μόνο τα "Μαλαματένια λόγια"...

Δεν είναι μόνο τα "Μαλαματένια λόγια"... Όλων αυτών των τεράστιων ανθρώπων παρακολουθώ πάντα συνεντεύξεις τους, τι λένε, τι δεν λένε, πως ζουν, πως δεν ζουν... Στους μεγάλους ποιητές έβρισκα πάντα τη ζωή μου... Είναι κάπως παράξενο αυτό... 

Κάποια στιγμή τον ρώτησαν:
"- Ποια ευτυχισμένη στιγμή σάς έρχεται στον νου;
- Κάμποσες αλλά δεν πρέπει να τις σκέφτομαι. Οταν περνάς ένα δύσκολο παρόν αυτά τα πράγματα δεν πιάνουν· έχεις την εντύπωση πως έχουν συμβεί σε κάποιον άλλο. Αφήνεις λοιπόν τον παλιό σου εαυτό εκεί, τον οποίο έτυχε και τον γνώρισες μια φορά, είπατε «χαίρω πολύ», ήπιατε και ένα ποτό μαζί και τελείωσε η υπόθεση.
- Δεν παντρευτήκατε ωστόσο.
- Ο σοβαρός κόσμος παντρεύεται για να έχει έναν σύντροφο. Δεν είναι μόνο ο έρωτας που φέρνει δύο ανθρώπους μαζί· είναι η αγάπη, η στοργή, η συντροφικότητα. Οσα χρόνια σέρνομαι στα νοσοκομεία έχω δει γυναίκες να ξαγρυπνούν δίπλα στον άνθρωπό τους, γυναίκες τυραννισμένες που έρχονται με το πρώτο λεωφορείο από την άκρη της Αττικής για να είναι πρωί πρωί δίπλα στον αγαπημένο τους. Αυτή η ανάγκη για συντροφικότητα δεν θα πάψει να με συγκλονίζει.
- Επομένως σας λείπει ένας σύντροφος.
- Οπως σε κάθε μοναχικό άνθρωπο.
- Θα μπορούσατε να είχατε γίνει πατέρας;
- Ενα παιδί μέσα στον κόσμο είναι μια ελπίδα, αν και από την άλλη σκέφτεσαι σε τι κόσμο-μπορντέλο θα το φέρεις. Ομως, δεν θα ήθελα να έχω παιδί γιατί απλούστατα δεν μπορούσα να κουμαντάρω τον εαυτό μου".
~~~~~
Aντίο Ποιητή!...

-Δ.Τζ. 
__________
Περισσότερα για τον Μ.Ε. εδώ:

http://agonaskritis.gr/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B…/

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Νίκος Χουλιαράς (1940 - 2015) Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Νίκος Χουλιαράς (1940 - 2015)
Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980
-------
Nikos Chouliaras (1940 - 2015)
The Painter Departing, 1980

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Παντελής Βούλγαρης: Η τεχνολογία έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στη μοναξιά και την απομόνωση

ΤΕΧΝΕΣ  // ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Παντελής Βούλγαρης: 
Η τρομακτική γοητεία του κινηματογράφου

Φωτογραφία: Νίκος Σέρτ

γράφει ο Αδάμ Αλεξόπουλος *

Αν αποφάσιζα να γράψω έναν συμβατικό πρόλογο για τον Παντελή Βούλγαρη, τότε θα αδικούσα το έργο του και την πορεία του στον κινηματογράφο, καθώς και την εμπειρία που αποκτά ένας δημοσιογράφος σε μόλις λίγα λεπτά συζήτησης. Ο Παντελής Βούλγαρης θα μπορούσα να πω, ότι είναι ένα ζωντανό βιβλίο που ανοίγοντάς το, σε αγκαλιάζει και σου μεταφέρει εικόνες από τη ζωή του και την ιστορική του έρευνα, όπως απλόχερα προσφέρει εικόνες και συγκινήσεις στην μεγάλη οθόνη μέσα από τις ταινίες του.
Ο Παντελής Βούλγαρης είναι ένα ζωντανό βιβλίο που ανοίγοντάς το, σε αγκαλιάζει και σου μεταφέρει εικόνες από τη ζωή του και την ιστορική του έρευνα, όπως απλόχερα προσφέρει εικόνες και συγκινήσεις στην μεγάλη οθόνη μέσα από τις ταινίες του.
Τον συνάντησα στη συνέντευξη Τύπου για το τέταρτο Διεθνές Φεστιβάλ Άνδρου που πραγματοποιήθηκε σε γνωστό ξενοδοχείο της Αθήνας, όπου ο Παντελής Βούλγαρης έχει αναλάβει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή.
Όπως καταλαβαίνετε ο χρόνος και ο τόπος δεν ήταν ο ιδανικός, ωστόσο έπιασα τον εαυτό μου μέσα από την αφήγησή του, να ταξιδεύω, στα πρώτα του βήματα, στη διαδικασία που ακολουθεί για τις ταινίες του, αλλά και στις απόψεις του για τη νέα γενιά, αλλά και το μέλλον του κινηματογράφου.

Κύριε Βούλγαρη γιατί αποφασίσατε να γίνετε σκηνοθέτης;
Σε αυτή την επιλογή με οδήγησε η τρομακτική γοητεία του κινηματογράφου. Έγινα σκηνοθέτης γιατί μάλλον δεν είχα ενδιαφέρον για τίποτε άλλο. Ανήκω σε μία γενιά, που εικόνες μόνο στον κινηματογράφο βλέπαμε. Δεν υπήρχε τότε ο βομβαρδισμός εικόνων όπως σήμερα, που σήμερα βρίσκονται παντού. Για να καταλάβεις τηλεόραση είδα για πρώτη φορά σε ηλικία 27 ετών.

Κάνοντας μία αναδρομή στην περίοδο της πρώτη σας ταινίας «Ο κλέφτης». Είχε περάσει τότε από το μυαλό σας η πορεία που θα πραγματοποιήσετε;
Όχι μόνο τότε, αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα ότι διανύω κάποια συγκεκριμένη πορεία. Η κάθε ταινία έχει τον δικό της λόγο που γίνεται. Πολλές φορές υλοποιείται μία ταινία, ενώ έχουν απορριφθεί ή έχουν στραγγαλιστεί δεκάδες άλλες ιδέες που δεν μπόρεσαν να υλοποιηθούν.

Με την πάροδο των χρόνων;
Ούτε μεγαλώνοντας το σκέφτηκα. Ο κινηματογράφος για εμένα είναι κάτι περισσότερο από μία αγάπη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

Ξεκινήσατε να κάνετε ταινίες σε περίεργη εποχή, όπως περίεργη είναι και τώρα. Ποιες διαφορές παρατηρείτε στο τότε με το σήμερα;
Είναι πολύ σύνθετη η ερώτηση με την έννοια ότι οι αλλαγές ταξιδεύουν ταυτόχρονα με πολύ μεγάλα γεγονότα. Ας πούμε σήμερα έχει διαψευστεί η αριστερά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σε αντίθεση με τότε που ήταν η κυρίαρχη κατάσταση, το κυρίαρχο όραμα. Αυτό σημαίνει ότι διαδέχεται κάτι άλλο, αυτή την κατάσταση της φιλοσοφίας, της πραγματικότητας, της αλλαγής ζωής.

Μιλήστε μου για τότε.
Εγώ ανήκω στη γενιά αμέσως μετά τον εμφύλιο. Η λογοκρισία τελείωσε το 1974 όταν έπεσε πια η χούντα και πλέον ήμασταν μεγάλοι σε ηλικία. Θέλαμε να εκφραστούμε και δεν μπορούσαμε μέσα από τον κινηματογράφο. Τώρα μπορείς να πεις ότι θέλεις και αυτό είναι πολύ βασικό.

Έχει αλλάξει και ο τρόπος έκφρασης;
Σαφώς. Ας πούμε δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ζωγραφίζετε το σώμα σας εσείς οι νέοι. Ήμουν προχθές έξω από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, όπου βρίσκονταν και δύο νεαρά παιδιά που έκαναν πατίνια. Μόλις έβγαλαν τις μπλούζες τους, είδα πως ήταν γεμάτοι φίδια, δράκοντες, αετούς. Αυτό κάτι σημαίνει.

Σήμερα υπάρχουν αμέτρητες προκλήσεις.
Είναι σωστό αυτό. Ο σημερινός άνθρωπος έχει τόσες πολλές προκλήσεις στον τρόπο διασκέδασης, στην εργασία και στην συμπεριφορά προς την οικογένεια του, που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε μία άλλη εποχή.

Πως θα χαρακτηρίζατε τη ζωή των ανθρώπων σήμερα;
Σήμερα η ζωή είναι πιο ατομική. Η όλη ιστορία με την τεχνολογία έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στη μοναξιά και την απομόνωση. Στα νιάτα μου, εγώ έκανα φλερτ μέσα στα τρένα και τα λεωφορεία και τώρα, δεν μπορώ να συναντήσω ένα βλέμμα.

Θα ήθελα να επιστρέψουμε στον κινηματογράφο. Από τη δική σας γενιά βγήκατε αρκετοί σπουδαίοι κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες γενικότερα. Πιστεύετε ότι θα είναι ανάλογο το μέλλον στον ελληνικό κινηματογράφο;
Θα βγουν σίγουρα καλλιτέχνες και από αυτή τη γενιά. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, στην ηλικία των παιδιών που τώρα ξεκινούν το ταξίδι τους στον κινηματογράφο, θυμάμαι τον Γιώργο Πανουσσόπουλο, ο οποίος ήταν από τους πρώτους που ζούσε μόνος του να κυκλοφορεί στο δρόμο με μία 16αρα μηχανή, η οποία δεν λειτουργούσε κιόλας. Ο κινηματογράφος και ο τρόπος έκφρασης, όπως καταλαβαίνεις έχει πάει σε άλλο επίπεδο.

Αυτό οφείλεται στις νέες τεχνολογίες;
Εκεί θέλω να καταλήξω. Αυτή η ιστορία με την τεχνολογία και τις εύχρηστες μηχανές, που όλοι πια μπορούν να κολλήσουν το μάτι τους σε μία κάμερα και να βλέπουν μέσα από αυτή είναι το πιο βασικό στοιχείο για τη συνέχεια. Πιστεύω ότι θα έρθει η εποχή που στο φεστιβάλ των Καννών θα διαγωνίζονται οικογένειες, γιατί και μόνοι τους θα μπορούν να κάνουν μία ταινία.


Ποιο είναι το συναίσθημα που σας κυριεύει όταν γυρίζετε μία ταινία, αλλά και όταν βλέπετε το αποτέλεσμα στο πανί;
Είναι διαφορετικές οι φάσεις συναισθημάτων που κατακλύζουν έναν σκηνοθέτη, στη διαδικασία πριν το γύρισμα, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος και κατά τη διάρκεια της προβολής. Στο γύρισμα είμαι ευτυχισμένος γιατί μία ιδέα υλοποιείται, έχοντας συνοδοιπόρους ανθρώπους που πιστεύουν σε εμένα αλλά και σε όλο αυτό το εγχείρημα. Φτάνοντας στην προβολή, κάθε φορά είναι διαφορετικά.

Υπάρχει κάποιο παράδειγμα που μπορείτε να μοιραστείτε;
Στην τελευταία μου ταινία, «Το τελευταίο σημείωμα», είδα για πρώτη φορά 650 μαθητές από την Καισαριανή να μπαίνουν στην αίθουσα και καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής για ένα θέμα που δεν γνώριζαν, να σιωπούν. Αυτή την εμπειρία και τη συγκίνηση την έζησα τώρα για πρώτη φορά, σε αυτή την ηλικία που είμαι.

Μέχρι τώρα γιατί επιλέγετε οι ταινίες σας να είναι κυρίως ιστορικού περιεχομένου;
Είναι ιστορικού περιεχομένου με βάση τον άνθρωπο πάντα. Δεν θα μπορούσα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ ή να ασχοληθώ με ένα πρόσωπο που να μην με αφορά η ζωή του. Αυτές οι ταινίες καταρχήν με ενδιαφέρουν κάθε φορά σαν ιστορίες.

Υπάρχει προεργασία έρευνας και μελέτης;
Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο διάστημα μελέτης της ιστορίας. Για παράδειγμα, την «Ψυχή Βαθιά» αποφάσισα να την υλοποιήσω, αφού είχα ολοκληρώσει ένα πολύ μεγάλο διάστημα μελέτης, όχι για να κάνω την ταινία, αλλά για να καταλάβω ο ίδιος τι είχε συμβεί εκείνη την περίοδο.

Ο άνθρωπος θεωρείτε πως είναι ανιστόρητος;
Το ξέρω ότι ο κόσμος είναι ανιστόρητος. Εγώ πρώτος, μιλώντας για τον εαυτό μου, την ιστορία μας δεν την ξέρω. Γνωρίζω αποσπασματικά κάποιες περιόδους με τις οποίες ασχολήθηκα πιο συστηματικά. Μιλώντας για έρευνα της ιστορίας σημαίνει ότι ασχολείσαι μόνο με αυτό στην καθημερινότητά σου.

Αυτή την περίοδο μελετάτε;
Διαβάζω για το 1821, για το οποίο δεν γνώριζα. Είχα μείνει με τις αφηγήσεις των δασκάλων στο σχολείο, με τις μικρές ιστορίες στα βιβλία και με τις εικόνες του Παπαφλέσσα και των άλλων ηρώων στους τοίχους. Όταν ασχοληθείς με μία ιστορική περίοδο καταλαβαίνεις πραγματικά τι συνέβη τότε.

Ετοιμάζετε κάτι συγκεκριμένο με βάση αυτό;
Όχι. Κανένας δεν ξέρει ποτέ βέβαια, τι μπορεί να προκύψει.

Έχετε κάνει δεκατρείς ταινίες. Ποια από αυτές μπορείτε να ξεχωρίσετε λιγάκι παραπάνω;
Έχω αδυναμία σε όλες μου τις ταινίες. Ίσως λίγο παραπάνω να ξεχωρίζω την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία το «Προξενιό», γιατί αυτή ήταν ουσιαστικά και η είσοδός μου στον χώρο.
Την περίοδο της «Μικράς Αγγλίας» είχατε πει συνέντευξή σας ότι θέλατε να κάνετε ακόμα τρεις ταινίες. Το «Τελευταίο σημείωμα» έγινε. Μένουν άλλες δύο ή έχει αυξηθεί ο αριθμός;
Ελπίζω να καταφέρω να κάνω όσες πιο πολλές μπορώ, γιατί είμαι πια μεγάλος και τα περιθώρια στενεύουν.

Είστε από τους δημιουργούς που επιλέγετε άφθαρτα πρόσωπα στις ταινίες σας. Θα μπορούσα να πω ότι τα ανακαλύπτετε. Κρατάτε επαφή και μετά τα γυρίσματα μαζί τους;
Μπορώ να σου πω ότι με πιάνουν αρκετές φορές ενοχές για αυτό τον λόγο. Περνούν οι εποχές και με ανθρώπους που έχω συνδεθεί σε ταινίες δεν έχω κρατήσει επαφές. Μπλέκομαι με διαφορετικά πράγματα, μπλέκονται και αυτοί με τα επόμενά τους βήματα και δεν είναι εύκολο.

Μιλώντας για τους νέους, αυτή την περίοδο αρκετοί καλούνται να αποφασίσουν για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Τα παιδιά σας ακολούθησαν τον δικό σας δρόμο. Τι ήταν αυτό που τα συμβουλέψατε;
Εγώ δεν τα έσπρωξα τα παιδιά μου στον καλλιτεχνικό χώρο. Αυτό που τα συμβούλεψα και συμβουλεύω όσους με ρωτούν, είναι ότι επειδή είναι η ζωή είναι μεγάλη, αυτό που επιλέγεις πρέπει να το αγαπάς κάθε μέρα. Να μπαίνεις στο γραφεία, στο αυτοκίνητο, στο θέατρο, στο δικαστήριο και να είσαι ευτυχισμένος.
Για να σας αποδεσμεύσω, θα ήθελα να μου πείτε μερικά λόγια για το Διεθνές Φεστιβάλ της Άνδρου.
Θα μου επιτρέψεις να σου απαντήσω με αυτά που είπα στη συνέντευξη Τύπου. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ανάμεσα στο πλήθος των επισκεπτών του Αυγούστου, μεταμφιεσμένοι με μαύρα γυαλιά, αποβιβάζονται στο νησί διάσημοι όπως ο Αριστοφάνης, ο Σαίξπηρ, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Ρίτσος, ο Κορνάρος και άλλοι, που σκοπός τους είναι να μας παρασύρουν με επιτήδειους τρόπους σε επικίνδυνες πράξεις, όπως να γελάμε και να κλαίμε με τα κατορθώματά μας αλλά και να θυμόμαστε πως παλιότερα χορεύαμε συχνά.

γράφει ο  Αδάμ Αλεξόπουλος
-Παρασκευή 13/07/2018

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Στρατής Μυριβήλης (1892 - 1969)

  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ  

Από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, ο Στράτης Μυριβήλης ανήκει στη γενιά του ’30, αν και μεγαλύτερης ηλικίας. Γεννήθηκε ως Ευστράτιος Σταματόπουλος στις 30 Ιουνίου 1892 στην τουρκοκρατούμενη Συκαμιά της Λέσβου. Μέτριος μαθητής, στο δημοτικό αποφοιτά το 1909 από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Από τα μαθητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού, που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Κείμενά του δημοσιεύονται ήδη σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης.
Το 1912 τον βρίσκουμε να φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εργαζόμενος συγχρόνως ως δημοσιογράφος. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς διακόπτει τις σπουδές του και κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό. Λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913 και επιστρέφει στην Αθήνα. Η Λέσβος είναι ήδη απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό και ο Μυριβήλης αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 1915 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Κόκκινες Ιστορίες».
Το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Εκεί αρχίζει να γράφει το αριστούργημά του «Η Ζωή εν Τάφω». Το 1920 παντρεύεται την προσφυγοπούλα Ελένη Δημητρίου και αποκτούν τρία παιδιά. Λαμβάνει μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία και μετά την καταστροφή επιστρέφει δια μέσου Θράκης στη Μυτιλήνη. Θα παραμείνει στο νησί ως το 1932, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα. Κύρια επαγγελματική του απασχόληση όλο αυτό το διάστημα παραμένει η δημοσιογραφία.
Το 1924 δημοσιεύει σε πρώτη έκδοση το «Η Ζωή εν τάφω», το οποίο θα γίνει γνωστό και θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη δεύτερη έκδοσή του το 1930, όταν θα λάβει την οριστική μορφή του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής - λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.
Ακολούθησε ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημά του, «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.
Το 1938 ο Μυριβήλης διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, ενώ από το 1946 έως το 1950 είναι διευθυντής προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Το 1958 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Εξακολουθεί με εντατικούς ρυθμούς τη λογοτεχνική του παραγωγή με μια σειρά από διηγήματα, τα οποία συγκέντρωνε σε βιβλία, χαρακτηρίζοντάς τα κάθε φορά και με διαφορετικό χρώμα: «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959).
Ένα από τα διηγήματα του «Γαλάζιου Βιβλίου» το επεξεργάστηκε περισσότερο για να προκύψει η θαυμάσια νουβέλα «Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943). Είναι η ιστορία ενός λαϊκού ανθρώπου, γεμάτου ομορφιά και ζωική ορμή, που περιφρονεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Ξεπερνά, όμως, το όριο και φθάνει στην «ύβρη» και μαζί στην καταστροφή. Με αρκετή καθυστέρηση, ο Μυριβήλης μας δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα το 1949, την «Παναγιά τη Γοργόνα», την ιστορία μερικών προσφύγων που εγκαθίστανται σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Μυτιλήνης.
Ο Στράτης Μυριβήλης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1949 και προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του. Η αντιπολεμική θεματολογία, το λυρικό και ποιητικό ύφος, η καλοδουλεμένη γλώσσα ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου, κατατάσσουν τον Μυριβήλη ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς μας. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 78 ετών. Τα βιβλία του Στράτη Μυριβήλη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ».

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Για τον Γιώργη Παυλόπουλο

Συντάκτης:
Κώστας Κουτσουρέλης*

Οχτώ παράγραφοι για τον Γιώργη Παυλόπουλο

I.

Με την εξαίρεση των πρώτων πρώτων δημοσιευμάτων του στον περιοδικό τύπο, Γιώργη Παυλόπουλο ποιητή νεαρό δεν γνωρίσαμε. Το Κατώγι βγαίνει όταν ο Παυλόπουλος ζυγώνει τα πενήντα – δεν ξέρω άλλον ονομαστό ποιητή μας που να βγαίνει στα φόρα τόσο αργά. Όμως και στον τόνο της, η ατμόσφαιρα του πρωτόλειου βιβλίου του είναι υπερώριμη, για να μην πω γεροντική. Οι στίχοι του, αργόσυρτοι και βαρύθυμοι, γέμουν από σύμβολα, εικόνες και ρυθμούς δάνειους – από τα βάθη τους αντηχεί η φωνή του Γιώργου Σεφέρη. Λ.χ.:
Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα
ή
Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως
ή
Ταξιδεύαμε απ’ την αυγή.
Στο πλευρό μας η θάλασσα
λαμπερή σα γιαταγάνι
κόβοντας ίσκιους από πεύκα
ή ακόμη
Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια
κ.ο.κ., κ.ο.κ. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Παυλόπουλου είναι σε πολλά αποκαλυπτική για τη σχέση του δασκάλου με τον υπερήμερο ήδη μαθητή. Ο πρεσβύτης ποιητής θα φροντίσει για την έκδοση της συλλογής του ομοτέχνου του, θα αναλάβει ακόμη και το παρεδώσε με τον εκδότη, θα του κάνει παρατηρήσεις πάνω σε συγκεκριμένους στίχους. «Και το νερό ρόδινο γύρω στα λαγόνια της» γράφει αρχικά ο Παυλόπουλος στο ποίημα "Αλφειός". Νερό ρόδινο, δυο ρο απανωτά, κακοφωνία, του υποδεικνύει ο Σεφέρης, κάν’ το καλύτερα «το ρόδινο νερό». Και ο Παυλόπουλος πράγματι τον ακούει.

ΙΙ.

Με βήμα γερό ενδιάμεσο το Σακί του 1981, τον απογαλακτισμό ο Παυλόπουλος τον επιτυγχάνει πλήρως μόλις στα 65 του χρόνια, το 1988-1989, όταν δημοσιεύει ταΑντικλείδια. Στο μεταξύ έχει πεθάνει και ο ποιητής της Στροφής και ο στενός φίλος και συντοπίτης του Παυλόπουλου, Τάκης Σινόπουλος, συμμαθητής του παιδιόθεν στα θρανία της ποίησης, και ιδίως αυτά του Σεφέρη. Όσοι αρέσκονται στους ψυχαναλυτισμούς, θα βρουν στη σύμπτωση τη χρονική πολλά να σχολιάσουν. ΤοΚατώγι βγαίνει στα 1971, χρονιά που εκδημεί ο Σεφέρης, και το ομότιτλο ποίημά της του είναι αφιερωμένο. Η δεύτερη συλλογή του Παυλόπουλου, το Σακί, κυκλοφορεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1981, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σινόπουλος, και περιέχει κι εκείνη ένα ποίημα αφιερωμένο στον επί δεκαετίες πολλές συνοδοιπόρο (κάποια από τα πρώτα ποιήματα του Σινόπουλου, θυμίζω, είναι γραμμένα από κοινού με τον Παυλόπουλο). Φέρει τον βιογραφικό, προφανώς, τίτλο "Ιβήρων 14, 1949".
Στην τρίτη συλλογή του Παυλόπουλου, τα Αντικλείδια, που είναι η πρώτη ολότελα χαρακτηριστική του και περιέχει μερικούς από τους γνωστότερους στίχους του, υπάρχει κι εκεί ποίημα αφιερωμένο σε ομότεχνο, και πάλι όνομα σημαντικό για τον γράφοντα. "Χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges" διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο "Ο ποιητής και το φεγγάρι". Είναι το τέταρτο στη σειρά.

ΙΙΙ.

Τι παράδοξο όμως… Ενώ ο Παυλόπουλος των πρώτων συλλογών λαχανιάζει κάποτε στην προσπάθειά του να συντονιστεί με το parlando το σεφερικό, πατώντας την έβδομη δεκαετία της ζωής του  μεταμορφώνεται. Υπάρχει εδώ μια ματιά νεανική που εμψυχώνει τους στίχους του, μια ευθυμία πηγαία, μια παιδική ή εφηβική χαρά πίσω απ’ τις λέξεις του, που τη συναντάει κανείς ατόφυα ιδίως στα ερωτικά, σαρκικά του ποιήματα. Γιατί αυτός ο ώριμος Παυλόπουλος, σε αντίθεση με τον παλιότερο σύνοφρυ εαυτό του, είναι ποιητής ανάλαφρος και παιγνιδιάρης, θα ’λεγε κανείς σκανταλιάρης ενίοτε.
Έτσι είναι δε και οι ηρωίδες του: Η Δηιδάμειά του λ.χ. στο ποίημα "Το άγαλμα και ο τεχνίτης"· ή η καλόγρια απ’ τα Στροφάδια στη "Δαμάλα" που ως άλλη Πασιφάη συνευρίσκεται με τον ταύρο· ή η μικρή αδελφή της νύφης από την "Δοκιμή". Κι ακόμη το κορίτσι από την "Πληρωμή της ηδονής" ή το άλλο από το "Πρώτο δειλινό", ποιήματα που και τα δυο εξιστορούν καταπώς μοιάζει νεανικούς έρωτες.
Εφεξής, τα κορίτσια δεν θα λείψουν ποτέ από τη ποίηση του Παυλόπουλου. Θα τα συναπαντήσουμε στο πρόσωπο της Σαχραζάτ της παραμυθολόγας και της γύφτισσας της γλωσσούς, θα τα βρούμε ως μικρές πριγκίπισσες ή ως χορεύτριες ερωτύλες που ξέρουν να μας προκαλούν μες σ’ ένα χαϊκού:
Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να δω την ελιά
Ή και μας περιπαίζουν:
Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.
Θα τα συναντήσουμε με πλήθος ονόματα, σε ένα σωστό προσκλητήριο καλλονών, στην "Άνθεια":
Ήταν η Φαμπιόλα η Κολομβιάνα στην Καρθαγένη
και η Κάρμεν η φωτιά στο Σαλβατόρ
και η φτωχή Αλίσια στην Περέιτα.
Ήταν η Ηραχίλντα το μανεκέν στο Σάντος
και στο Μπουένος Άιρες η Ρίτα η χορεύτρια
και στο Πουέρτο Μοντ η Γκλόρια η Χιλιανή.
Ήταν η Ρεγγίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο
και η Τουρκάλα η Οϊά στη Σμύρνη
και στο Ταγγάρ της Σενεγάλης μια μαύρη Μαριάννα.
Όλες ωραίες μέσα στη νύχτα.

Θα τα δούμε μέσα στο ασανσέρ, αρρεβωνιάρες του αφεντικού, και ωστόσο δοτικές σε ένα φιλί κλεμμένο:

Ένα πρωί που ανεβαίναμε τη φίλησα
και φτάσαμε στον ουρανό
και κόλλησε το ασανσέρ στα σύννεφα
Κάποτε συναντάμε και γυναίκες ωριμότερες, εκείνη λ.χ. την «κυρία που λάτρευε τις τέχνες» ή τη θειά Σουλτάνα τη πεντάμορφη της Σμύρνης. Όμως τότε είναι οι θαυμαστές τους νεαροί, γενικά οι εραστές στον Παυλόπουλο είναι νέοι: ο μικρός ζαχαροπλάστης με το ζαχαρένιο του κεντρί, και ο θρασύς ανιψιός του θείου τού Σέχα, ή ακόμη το όμορφο δεκαεννιάχρονο παιδί με τα μελαγχολικά μάτια της "Φωτογραφίας". Ο Παυλόπουλος είναι ο ποιητής των νεαρών ερώτων.

ΙV.

Πάντως, η γυναικεία μορφή που συμβολίζει στο πρόσωπό της (θα ’πρεπε ίσως να πω: στο κορμί της) τη Γυναίκα στον Παυλόπουλο είναι βέβαια η "Κόρη της Αβύσσου". Το ποίημα έχει μια ιδιαίτερη θέση στο έργο του, ας είναι και επειδή ανήκει στα ελάχιστα του δημιουργού του που είναι έμμετρο και ομοιοκατάληκτο.
Ο τύπος του κοριτσιού που περιγράφει ο Παυλόπουλος ως μοτίβο λογοτεχνικό είναι ίσως κοινότοπος – κάτι μεταξύ femme fatale και αστικής νεράιδας ξεμυαλίστρας, μια γυναίκα αράχνη που φλερτάρει διαρκώς με τον έρωτα και τον θάνατο – πόσες και πόσες φορές δεν την έχουμε συναντήσει στη μυθολογία, τη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο; Είναι το ανυπότακτο αιώνιο θήλυ που με την ακατανίκητησαγήνη του καταργεί συμβάσεις και φρόνηση και φέρνει τα θύματά του σύρριζα στην κόψη του κινδύνου. Και που κανένα δόλιο βέλος και καμιά σαΐτα απατηλή δεν λείπει απ’ τη φαρέτρα της.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Ασφαλώς, υπάρχουν συγγραφείς, ο Παλαμάς λ.χ. με την Τρισεύγενη ή ο Ελύτης με τηΜαρία Νεφέλη του που έχουν πλάσει πιο ευφάνταστους χαρακτήρες πατώντας πάνω στο ίδιο μοτίβο. Όμως το ποίημα του Παυλόπουλου είναι τερπνό όσο λίγα και ξεχωρίζει για τη λυρική του δύναμη και τη γλαφυρή εικονοποιία του.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μʼ αρέσει.
Και μʼ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

V.

Ποίημα αυστηρό, έμμετρο και ομοιοκατάληκτο, είναι και "Ο λύκος και ο έρωτας" που, δημοσιευμένο στην τελευταία ημιμεταθανάτια συλλογή του ποιητή, το Να μη τους ξεχάσω, παραπροτελευταίο στη σειρά μάλιστα, είναι σαν να επιλογίζει όλον τον ερωτικό Παυλόπουλο. Το παραθέτω γιατί με το θυμόσοφο κέφι του εικονογραφεί ιδανικά όλα όσα υπαινίχθηκα για εκείνον πιο πάνω:

Με τον φίλο μου το λύκο
τον δειλό τον κουτοπόνηρο
περπατούσαμε μαζί
μες στο σκοτεινό μου όνειρο.
Και του λέω Λύκε πες μου
τι να κάνω με τον έρωτα
όλα είναι κει θολά
μυστήρια κι αφανέρωτα.
Και μου λέει άκου Γιώργη
δε θα λύσω τ’ ανεξήγητα
γλέντησε μ’ όσες μπορείς
τ’ αμπέλια είναι ατρύγητα.
Άι στο διάβολο του λέω
αχρείε κι αλιτήριε.
Και το χτήνος μ’ απαντά
να σε φάει ο λύκος κύριε.
Πλάι σ’ αυτό, αν μετράω καλά, έμμετρος και ομοιοκατάληκτος είναι μόνον ο "Νεκρός" από το Κατώγι, ποίημα από τα επιτυχημένα του πρώτου Παυλόπουλου, και το πρωιμότατο, αφού γράφτηκε στα 1946, "Νέοι ποιητές εις το Ρωσικόν", το οποίο ο δημιουργός του θα το θυμηθεί εξήντα και βάλε χρόνια αργότερα και θα το περιλάβει, πρώτο μάλιστα, στο Να μη τους ξεχάσω. Δεν ξέρω αν στα χαρτιά του σώζονται ποιήματα συγκρίσιμα, και τι αξίζουν. Πάντως, αν κρίνω και από τις επιδόσεις του στο χαϊκού, άλλη αυστηρή φόρμα αυτή, ίσως είχαμε εδώ μια ευκαιρία που πήγε χαμένη για τον ποιητή, μια ευκαιρία εκφραστική να ποικίλει τους τρόπους του. Αυτός ο ελευθεριάζων τόνος της μεσοπολεμικής στιχουργίας, με την ελεγειακή και συνάμα σατιρική του φόρτιση, του ταίριαζε, έχω την εντύπωση. Και η σημασία που μαθαίνουμε ότι στα στερνά του απέδιδε στην "Κόρη της Αβύσσου", δείχνει ότι είχε επίγνωση του πράγματος.

VΙ.

Από το Κατώγι ώς τα Αντικλείδια ο Παυλόπουλος κάνει ένα διπλό πέρασμα που σφραγίζει την ώριμη ποίησή του. Από την ιστορία περνάει στον μύθο, και από τον βιωμένο κόσμο των παθών στον συμβολικό κόσμο των ονείρων. Έκτοτε οι άμεσες ιστορικές αναφορές, οι μνήμες του πολέμου, της κατοχής, του εμφύλιου, της δικτατορίας, που στις δυο πρώτες συλλογές δίνουν τον τόνο εκλείπουν. Τη θέση τους παίρνουν μικρά αφηγήματα χωρίς χωροχρονική σήμανση, τα εθνικά συμβάντα και καθέκαστα δίνουν τη θέση τους σε μια μυθοπλασία πιο αφηρημένη. Πόλεμος πια είναι ο κάθε πόλεμος, φαντάρος είναι κάθε στρατιώτης, όλα τελούνται πλέον κάπως πιο αποστασιοποιημένα, σ’ ένα επίπεδο πιο συμβολικό. Ο ευθύς συγκεκριμένος κόσμος εξαχνώνεται, απορροφάται από τον διαθλασμένο κόσμο των αντικατοπτρισμών και των ονείρων.
Όπως στους μύθους του Μπόρχες, όπως στους μύθους του Κάφκα, που επίσης δίνει το παρών στα ποιήματα του Παυλόπουλου, όπως γενικά στους μύθους και στα παραμύθια, το πότε και το πού δεν μετρούν. Έχουμε προφανώς εδώ να κάνουμε με μια διαδρομή αντίθετη του Σεφέρη ή του Σινόπουλου, που συν τω χρόνω γίνονται όλο και πιο τοπικοί και ιστορικοί. Στον ώριμο Παυλόπουλο, αντίθετα, πολλά μοιάζει να γίνονται καθ’ ύπνον και κατ’ όναρ, κατά τη βύθιση στο ασυνείδητο ή κατά τις μετέωρες στιγμές της αφύπνισης, τόσο που η πραγματικότητα της εγρήγορσης να συγχέεται με εκείνη της νάρκης.
Διαβάζω μερικούς χαρακτηριστικούς στίχους από τα Αντικλείδια, από τα πρώτα τέσσερα ποιήματα της συλλογής: «Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος»· «Αυτή που βλέπεις ίσως τη φτιάχνεις χρόνια με το μυαλό σου / στο μόνιμο γκρίζο που προετοιμάζει τα όνειρα»· «Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους»· «Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του / και μάταια θα παλεύει να το θυμηθεί μετά». "Καταγραφή ονείρου" επιγράφεται ένα ποίημα, και ένα άλλο. μερικές σελίδες αργότερα, "Το θέατρο του ύπνου". Μερικά από τα διασημότερα ποιήματα της συλλογής είναι στην ουσία ενύπνια: "Η μύγα", "Το δωμάτιο η γυναίκα και το ποίημα", "Το παιδί και οι ληστές". Θυμίζω και το ιλιαδικό μότο της συλλογής: «Ὡς δ’ ἐν ὀνείρω οὐ δύναται φεύγοντα διώκειν…»
Στο ποίημα "Ο Χοκουζάι και η Γυναίκα του Ψαρά" ο Παυλόπουλος είναι σαν να μας εξηγεί τη μέθοδό του.


Ίσως ο Χοκουζάι στο όνειρό του
είδε τη Γυναίκα του Ψαρά
να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή
καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε
το χταπόδι του ονείρου της.
Ίσως η Γυναίκα του Ψαρά
είδε το Χοκουζάι στ’ όνειρό της
να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή
καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε
το χταπόδι του ονείρου της.
Ίσως εμείς κοιτάζοντας τη ζωγραφιά του Χοκουζάι
βλέπουμε δυο όνειρα το ένα μέσα στο άλλο
δίχως να το ξέρουμε.

Το μοτίβο είναι βεβαίως παμπάλαιο. La vida es sueño, η ζωή είναι όνειρο, είναι ο τίτλος του έργου εκείνου που στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας το μνημείωσε με τον ιδεωδέστερο τρόπο. Και ο Παυλόπουλος, πράγματι, χαράζοντας αυτές τις γραμμές είναι σαν να υπομνηματίζει τον Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, και τον μεγάλο μονόλογο του Σιγισμούνδου, του απεγνωσμένου ήρωά του:

Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το ’δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
(μτφρ. Ν. Χατζόπουλος)

VII.

Σε άλλα ποιήματα του Παυλόπουλου τη θέση του ονείρου, ως έτερης, διαφορετικής πραγματικότητας εντός και εκτός της κοινής, παίρνει ο καθρέφτης ή η μνήμη ή η θεατρική σκηνή. Όμως ο κυκλικός χαρακτήρας της σύλληψης διατηρείται. Μελετώντας το έργο του Αργύρη Χιόνη, ο Γιάννης Πατίλης ανέσυρε από εκεί τη φράση "το περιέχον περιεχόμενον" για να χαρακτηρίσει αυτού του είδους τις ουροβόρες συνθέσεις, τα ποιήματα δηλαδή που τρών και ξερνούν τον εαυτό τους επανερχόμενα διαρκώς στην πρώτη αφετηρία. Ο όρος ταιριάζει και στον Παυλόπουλο. Ακούστε το ποίημά του "Ο ταξιδιώτης":
Ένας ταξιδιώτης
αποκοιμιέται πάνω στ’ άλογό του
και βλέπει στ’ όνειρό του
πως τάχα το ταξίδι του
είναι ένα όνειρο
που το βλέπει κοιμισμένος
πάνω στ’ άλογό του.
Και ένα άτιτλο ποίημα του Χιόνη:
Μέσα στη μοναξιά μου είν’ ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου
Ακούστε το "Στίχος ενύπνιος" του Παυλόπουλου:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.

Και ένα τετράστιχο του Χιόνη, επίσης από το "Περιέχον Περιεχόμενον" του:

Είμαι χρόνος κι είμαι μες στο χρόνο
Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου
Όμως Παυλόπουλος και Χιόνης έχουν και άλλα κοινά, πέρα από την κυκλικότητα της λυρικής τους σκέψης. Η αγάπη τους για τις απωανατολίτικες φόρμες και παραδόσεις είναι ένα τέτοιο. Και ένα άλλο ότι και των δυο τα ποιήματα είναι συχνά παραβολές ή αλληγορίες: μύθοι όπως είπα προηγουμένως. Μια συγκριτική τους εξέταση θα έφερνε πιθανόν στο φως περισσότερα.

VΙII.

Θα κλείσω με μια γενική παρατήρηση, χρήσιμη όμως για τη γενική αποτίμηση του Γιώργη Παυλόπουλου όπως φρονώ. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποιητές μας του Μεταπολέμου, που είναι ποιητές μιας διάχυτης στο έργο τους γενικής ατμόσφαιρας ή, σπανιότερα, ποιητές του εντυπωτικού αποσπάσματος ή του δυνατού μεμονωμένου στίχου, η βασική εκφραστική μονάδα στον Παυλόπουλο είναι το πλήρες, κατορθωμένο ποίημα Ο αναγνώστης από το πρώτο ξεφύλλισμα πέφτει πάνω σε τέτοια ποιήματα, που του τραβούν την προσοχή και στα οποία ανατρέχει διαρκώς. Ποιήματα εθιστικά και αλησμόνητα όπως "Της γύφτισσας", το "Παιδί και οι ληστές", το "Αισθηματικό". Πρέπει κανείς να ανατρέξει στην προνεωτερική εποχή για να συναντήσει κάτι παρόμοιο σε ποιητές μας σημαντικούς, όχι όμως και συγκαταλεγόμενους κατ’ ανάγκην στους αποκαλούμενους μεγάλους. Μιλώ για ανθρώπους όπως ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Τέλλος Άγρας. Σ’ αυτούς πλάι νομίζω, και σε ύψος ανάλογο, θα τοποθετήσει το μέλλον και τον Παυλόπουλο κάποια στιγμή. Πλάι δηλαδή σε σπουδαίους τεχνίτες που κατόρθωσαν ίσως όχι να αρθρώσουν ένα καθολικό και μεγαλεπήβολο όραμα για τον κόσμο, αλλά πάντως να διασώσουν κάποιες πολύτιμες στιγμές του, τρέποντάς τες σε λόγο ουσιώδη, τερπνό και ανεξίτηλο.
Τα προσωνύμια ποιητής μείζων ή κορυφαίος κρατούν βέβαια την αξία τους. Τη ζωή της ποίησης όμως την αληθινή, πάει να πει τη μύχια σχέση του έργου με τον αναγνώστη, είναι τέτοια ποιήματα που την κρατούν και τη διαιωνίζουν. Και είναι εγκώμιο μέγα για έναν ποιητή, ίσως το μέγιστο, να μπορούμε να πούμε ότι έχει ποιήματα τέτοια  – και με το παραπάνω.
* Ο Κ. Κουτσουρέλης είναι ποιητής.
Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Από τον δραματικό λυρισμό στον ονειρικό παροξυσμό