.............................................................πολιτιστικές σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού ΥΦΟΣ *

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή



"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
.................................................................Η ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΥΦΟΣ πατήστε πάνω στο εικονίδιο

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Ο Μυστικός Δείπνος του ντα Βίντσι

Το 1495, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι δημιούργησε ένα από τα πιο σημαντικά έργα στην Ιστορία της Τέχνης που έχει εμπνεύσει άπειρες εκδοχές.

Andy Warhol, The Last Supper, 1986, Screenprint and colored graphic art paper collage on paper 
© The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc. / DACS/Artimage 2018.


Κείμενο
Γιολάντα Γραμματικάκη [*]


Το θέμα του Μυστικού Δείπνου ήταν συχνό στην εκκλησιαστική απεικόνιση από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια (συναντάται ήδη στις ρωμαϊκές κατακόμβες) λόγω της διπλής του σημασίας: είναι η ανακοίνωση του Ιησού προς τους μαθητές του ότι κάποιος ανάμεσα τους θα τον προδώσει αλλά και η εγκαθίδρυση του μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας.

Από το 1495 έως το 1498, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι φτιάχνει την αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου στους τοίχους της μονής Santa Maria delle Grazie στο Μιλάνο κατά παραγγελία του δούκα Λουντοβίκο ιλ Μόρο Ludovico Sforza. Aποφασίζει να δοκιμάσει μια νέα τεχνική: αντί να δουλέψει την τοιχογραφία του σε υγρό τοίχο όπως απαιτεί το fresco, ζωγραφίζει με τέμπερα σε στεγνό τοίχο καθώς δεν θέλει να βιαστεί να τελειώσει πριν καν στεγνώσει η μπογιά και συγχρόνως θέλει να πετύχει μια λάμψη που δεν μπορεί να του δώσει η νωπογραφία. Όμως το πείραμα αποτυγχάνει και το έργο σε μερικές δεκαετίες αρχίζει να καταστρέφεται, ενώ μια πόρτα που ανοίχτηκε στη μονή το 1652 έφαγε τελείως τα πόδια του Ιησού. Το πέρασμα των χρόνων, οι σεισμοί και οι βομβαρδισμοί του Β’ΠΠ απαίτησαν να ξεκινήσει το 1980 μια 19χρονη αναπαλαίωση, που επανέφερε το διαστάσεων 4,4 Χ 8,8 μ. έργο σε καλή κατάσταση, αλλά με ελάχιστες πια πινελιές από το χέρι του ντα Βίντσι.

Leonardo da Vinci, The Last Supper, 1495-1498, Convent of Santa Maria delle Grazie in Milan. [Wikimedia Commons]


Ο ζωγράφος απαθανατίζει τη στιγμή που ο Ιησούς ανακοινώνει ότι ένας από τους μαθητές θα τον προδώσει. Η αγωνία και αναστάτωσή τους είναι φανερή. Πιστεύεται ότι ο ντα Βίντσι ζωγράφισε όλους τους μαθητές βασισμένος με υπαρκτά πρόσωπα. Για τον Ιούδα έψαξε πολύ στις φυλακές του Μιλάνου ώστε να βρει την τέλεια μορφή κακοποιού.
Προκειμένου να πετύχει την τέλεια προοπτική, κάρφωσε στον τοίχο ένα καρφί και τράβηξε από εκεί σκοινιά ακτινωτά στις θέσεις των μαθητών. Από το παράθυρο στο βάθος φαίνεται η θέα του ουρανού και της εξοχής.

[leonardodavinci.net]

Το έργο βρίθει κρυμμένων συμβολισμών: το χυμένο αλάτι που έχει σπρώξει ο Ιούδας με τον αγκώνα του μπορεί να σημαίνει κακοτυχία, απώλεια ή την προδοσία του Ιησού που είναι το Αλάτι της Γης. Και γιατί είναι ο μόνος με άδειο πιάτο; Προβληματισμός υπάρχει και για το τι ψάρι σερβίρεταιLeonardo Da Vinci's 'The Last Supper' reveals more secrets | EurekAlert! στο Δείπνο: αν είναι χέλι, η ιταλική λέξη aringa είναι κοντά στην arringa, που σημαίνει κατήχηση και υπεράσπιση, και κατ’ επέκταση πίστη στον Ιησού. Αν είναι ρέγκα, η λέξη renga στη βόρεια Ιταλία, κατά κάποιους ερευνητές, σημαίνει αυτόν που απαρνιέται την πίστη, όπως ο Πέτρος απαρνήθηκε τον Ιησού.
Στα αριστερά του Ιησού, ο Θωμάς σηκώνει το δάχτυλό του στον αέρα. Είναι πιθανό ο ντα Βίντσι να το τονίζει επειδή αργότερα ο Θωμάς δεν πίστεψε τα νέα για την Ανάσταση και ήθελε να ψηλαφίσει «με τα ίδια του τα χέρια» τις πληγές στο σώμα του Ιησού.
Στα δεξιά του Ιησού κάθεται ο Ιωάννης. Λόγω του ευγενικού παρουσιαστικού και των μακριών μαλλιών του, πολλοί ιστορικοί τέχνης (και ο Νταν Μπράουν στον Κώδικα ντα Βίντσι) υποστηρίζουν ότι είναι η συγκεκαλυμμένη εικόνα της Μαρίας Μαγδαληνής.
Στο σύνολό του, ο Μυστικός Δείπνος είναι μια σύνθεση γεμάτη δραματουργία, κίνηση και θεατρικότητα. Η προδοσία, ο φόβος, και η βεβαιότητα του θανάτου είναι διάχυτα, σαν να βλέπουμε ταινία στο σινεμά. Είναι σταθμός στην ιστορία της τέχνης και ένα έργο πάνω στο οποίο βασίστηκαν πολλοί καλλιτέχνες για να εκφράσουν δικές τους ιδέες.

___________

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης «Τα ποιήματα στο δρόμο» Ένα κείμενο του Νίκου Χουλιαρά


Νίκος Χουλιαράς


Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια – όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων – αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-«κοπρίτες» που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο.
Και τα ποιήματα-«παιδάκια», όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-«συνένοχοι»· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν, μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα, καθώς και τα ποιήματα-«παππούδες», γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-«γεροντοκόρες» που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-«ταγιέρ», τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά, ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-«κυρίες με αλτσχάιμερ». Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-«Μπεν Χουρ», αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-«σαντάλια με καλτσάκι», ούτε και τα ποιήματα-«στρατιωτικό αμπέχωνο» και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι», καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω.
Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


___________
(Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Έκθεση από πέντε νέους γλύπτες που ανοίγει την Τρίτη 13 Μαρτίου, στην αίθουσα Τέχνης " Εικαστικές αναζητήσεις"

Ο Giorgos Houliaras 
ΑΘΗΝΑ

Σημερα Κυριακη, στησαμε μαζυ με τους πεντε πρωην μαθητες μου και νυν νεους γλυπτες, την εκθεση τους που ανοιγει την Τριτη 13 Μαρτιου, στην αιθουσα Τεχνης " Εικαστικες αναζητησεις" Σπευσιπου 21, Κολωνακι.
Πεντε σεμνοι νεοι ανθρωποι οι Σ. Πανγιωτοπουλος, Σ. Σουβατζογλου, Α. Καλακαλας, Δ. Κωστας και Δ. Τσαντζης, που αγαπουν τη Γλυπτικη ...τους ευχομαι καλη αρχη και καλη επιτυχια!! Σε σας δε, την συνιστω ανεπιφυλακτα!!

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΥΖΥΗΝΟΣ(1849-1896): «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»

Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΥΖΥΗΝΟΣ: «Είναι αληθώς θαυμαστή η προθυμότης και η ευσέβεια, μεθ’ ης και ο δυστροπώτερος των ανθρώπων υπακούει παρ’ ημίν εις την τελευταίαν επιθυμίαν των αποθνησκόντων. 
Δεν ηξεύρω εάν πιστεύεται, ότι οι μη συντείναντες προς εκπλήρωσιν αυτής προκαλούσιν αφ’ εαυτών την του ουρανού δυσμένειαν.
Ίσως ―κατά την φιλοσοφικωτάτην ηθικήν του λαού― αποφεύγει έκαστος να πράξη ό,τι δεν επιθυμεί να συμβή εις αυτόν. 
Το βέβαιον είναι, ότι η αποδημούσα ψυχή, εφ’ όσον έχει ακόμη επιθυμίαν τινά ανεκπλήρωτον, δεν δύναται να αποσπασθή του ξένου πλέον αυτής σώματος και αναχωρήση, αλλά τριγυρίζει γογγύζουσα και παραπονουμένη επί των χειλέων του ψυχορραγούντος· φρικτόν δε θεωρείται και στιγματίζεται ως ασέβεια, εάν οι συγγενείς και οι οικείοι δεν σπεύδουν να πράξωσι παν το επ’ αυτοίς, όπως ετοιμάσωσιν ήσυχον και ευχαριστημένην την αναχώρησιν της ψυχής από ένα κόσμον, εις τον οποίον δεν ανήκει μεν πλέον, μετά του οποίου όμως την συνδέει ακόμη η τελευταία της επιθυμία. 
Εκ της εκφράσεως μάλιστα, ην λαμβάνει το πρόσωπον του νεκρού αφού εκπνεύση, δύναται ν’ αποφανθή τις αλανθάστως, εάν τούτο εγένετο ή όχι.
________

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΥΖΥΗΝΟΣ(1849-1896): «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», 1884.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971) “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”


Dionisis Vitsos
ΖΑΚΥΝΘΟΣ




«Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ(1900-1971)
“ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Λονδίνο, μια "Μπλέ" επιγραφή στην 7 Sloane Avenue, στο σπίτι όπου έζησε ο Σεφέρης ως πρέσβης της Ελλάδος εκεί.]

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ & ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΚΟΥΛΟΥΡΑ

 Dionisis Vitsos
 ΖΑΚΥΝΘΟΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ & ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΚΟΥΛΟΥΡΑ

               «Αγαπητοί μου,
Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα… την Πρωτοχρονιά. Πώς; Ακολουθούσα κανένα δικό μου καλαντάρι (ημερολόγιο), ή είχα προσηλυτισθεί σε καμιά αίρεση; Τίποτ’ απ’ αυτά. Μόνο που τον καιρό εκείνο, νιόφερτος στην Αθήνα, φοιτητούδι, σχεδόν παιδί, δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς… κουλούρα.

Στη Ζάκυνθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή (τελετή) κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά. Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα, (κρόκο, σαφράν) σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η Ζακυνθινή κουλούρα. Πώς να καταλάβαινα Χριστούγεννα χωρίς το «κομμάτι μου» απ’ αυτήν; Και πού να ‘βρισκα τέτοιο πράμα εδώ, στο βραδινό τραπέζι της παραμονής;
– Χριστούγεννα αύριο, μου ‘λεγαν. Και του χρόνου!
– Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!…
Και δεν τα ‘βλεπα πραγματικώς. Ή, να πω καλύτερα, τα ‘βλεπα, αλλά με τη φαντασία μου, μακρινά, αμυδρά, νοσταλγικά, λυπημένα – τα ‘βλεπα εκεί κάτω, στην πατρίδα, στο πατρικό μου σπίτι, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με την κουλούρα στη μέση, με τους δικούς μου ολόγυρα και -αλίμονο!- με τη θέση μου σε μίαν άκρη αδειανή… Ήταν γιορτή αυτή για μένα; Αν δεν έκλαψαν τα μάτια μου, έκλαψε όμως η ψυχή μου, – ψυχή παιδιού που για πρώτη φορά ξενιτεύεται…
Συνέβαινε όμως να βγάζουν εκεί και το δικό μου το κομμάτι, -ε, φυσικά, τι κι αν έλειπα; Δεν είχα κιόλα πεθάνει!- και, μαζί μ’ ένα χριστόψωμο κι ένα τενεκεδένιο κουτί μαντολάτο, να μου το στέλνουν εδώ με κανένα επιβάτη ή με το ταχυδρομείο. Αλλά αργούσε. Δεν είχε εφευρεθεί, βλέπετε, ούτε εφευρέθηκε ακόμα και κανένας τηλέγραφος για δέματα. (Αχ, κι αυτός ο Έδισσον! Τι κάνει;…) Και το δέμα έφτανε μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, με το κομμάτι εκείνο της κουλούρας, που το λάβαινα και το ‘τρωγα με τόση χαρά, με τόση συγκίνηση, με τόση αγάπη, έκανα κι εγώ τα Χριστούγεννά μου πρωτοχρονιάτικα.
Αυτό βάσταξε κάμποσα χρόνια. Είναι αλήθεια ότι και στην Αθήνα, αργότερα, γνωρίστηκα με ζακυθινά σπίτια που έκοβαν την παραμονή ζακυθινή κουλούρα και με προσκαλούσαν και μένα στην τελετή. Αλλά δεν ήταν το ίδιο! Εγώ ήθελα το κομμάτι μου από την κουλούρα του σπιτιού μας. Και πάλι περίμενα σαν και τι το δέμα που θα ξεκινούσε από κει πέρα μετά την παραμονή, για να το λάβω… κατόπιν εορτής.
Αλλά ήρθαν και Χριστούγεννα ή μάλλον Πρωτοχρονιά, που δεν έλαβα τίποτα. Στην πατρίδα είχε πεθάνει ο καημένος μου ο πατέρας. Ούτε εκείνο το χρόνο έκοψαν στο σπίτι μας κουλούρα, ούτε τον άλλον… Το πένθος, η απουσία μου ακόμα, το μεγάλωμα και το σκόρπισμα των παιδιών της, έκαμε τη μητέρα μου ν’ αφήσει, να ξεσυνηθίσει αυτό το χριστουγεννιάτικο έθιμο του τόπου, αταίριαστο πια σ’ ένα σπίτι χωρίς νοικοκύρη και χωρίς μικρά παιδιά. Τότε μάλιστα, για πολλά χρόνια, συνέβαινε το αντίθετο: εγώ έστελνα της μητέρας μου το κομμάτι της από τη βασιλόπιτα που έκοβα εδώ, στο σπίτι μου, για τα παιδιά μου. Και η μητέρα μου πάλι, θυμούμενη τα παιδικά της χρόνια στην Πόλη, όπου επίσης έκοβαν βασιλόπιτα, γιόρταζε στη Ζάκυνθο μια πολίτικη Πρωτοχρονιά… τα Θεοφάνεια.

[...] Γι’ αυτό κι ένας δικός μας ποιητής, ο Ανδρέας Μαρτζώκης, σε κάποιο σατιρικό ποίημά του, «Ζακυθινός Μνηστήρας», παρασταίνει ένα Ζακυθινό αρχοντόπουλο στην Ιθάκη -στην ομηρική Ιθάκη, επί Οδυσσέως- που για να συγκινήσει την Πηνελόπη, της προσφέρει… τ’ ωραίο χριστόψωμο που του είχε στείλει τα Χριστούγεννα η μητέρα του!

Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1925
Σας ασπάζομαι
Φαίδων»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Περιοδικό "ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ", 1925

Δείτε περισσότερες αντιδράσε

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α´, 1943-1959* Εκδόσεις Κίχλη

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α´, 1943-1959*

ΣΤΙΧΟΙ, 2
Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι που ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα –
ποιοι σκέφτονται τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια
για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω.
Αύγουστος 1957
Σελ.: 440 • Σχήμα: 14,2 x 21 εκ. • ISBN: 978-618-5004-62-0

* Το σύνολο του ποιητικού έργου του Τίτου Πατρίκιου θα κυκλοφορήσει σε δύο τόμους από τις Εκδόσεις Κίχλη.