......................................................................πολιτιστικές σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού ΥΦΟΣ *

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή



"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
.................................................................Η ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΥΦΟΣ πατήστε πάνω στο εικονίδιο

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Για τον Γιώργη Παυλόπουλο

Συντάκτης:
Κώστας Κουτσουρέλης*

Οχτώ παράγραφοι για τον Γιώργη Παυλόπουλο

I.

Με την εξαίρεση των πρώτων πρώτων δημοσιευμάτων του στον περιοδικό τύπο, Γιώργη Παυλόπουλο ποιητή νεαρό δεν γνωρίσαμε. Το Κατώγι βγαίνει όταν ο Παυλόπουλος ζυγώνει τα πενήντα – δεν ξέρω άλλον ονομαστό ποιητή μας που να βγαίνει στα φόρα τόσο αργά. Όμως και στον τόνο της, η ατμόσφαιρα του πρωτόλειου βιβλίου του είναι υπερώριμη, για να μην πω γεροντική. Οι στίχοι του, αργόσυρτοι και βαρύθυμοι, γέμουν από σύμβολα, εικόνες και ρυθμούς δάνειους – από τα βάθη τους αντηχεί η φωνή του Γιώργου Σεφέρη. Λ.χ.:
Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα
ή
Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως
ή
Ταξιδεύαμε απ’ την αυγή.
Στο πλευρό μας η θάλασσα
λαμπερή σα γιαταγάνι
κόβοντας ίσκιους από πεύκα
ή ακόμη
Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια
κ.ο.κ., κ.ο.κ. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Παυλόπουλου είναι σε πολλά αποκαλυπτική για τη σχέση του δασκάλου με τον υπερήμερο ήδη μαθητή. Ο πρεσβύτης ποιητής θα φροντίσει για την έκδοση της συλλογής του ομοτέχνου του, θα αναλάβει ακόμη και το παρεδώσε με τον εκδότη, θα του κάνει παρατηρήσεις πάνω σε συγκεκριμένους στίχους. «Και το νερό ρόδινο γύρω στα λαγόνια της» γράφει αρχικά ο Παυλόπουλος στο ποίημα "Αλφειός". Νερό ρόδινο, δυο ρο απανωτά, κακοφωνία, του υποδεικνύει ο Σεφέρης, κάν’ το καλύτερα «το ρόδινο νερό». Και ο Παυλόπουλος πράγματι τον ακούει.

ΙΙ.

Με βήμα γερό ενδιάμεσο το Σακί του 1981, τον απογαλακτισμό ο Παυλόπουλος τον επιτυγχάνει πλήρως μόλις στα 65 του χρόνια, το 1988-1989, όταν δημοσιεύει ταΑντικλείδια. Στο μεταξύ έχει πεθάνει και ο ποιητής της Στροφής και ο στενός φίλος και συντοπίτης του Παυλόπουλου, Τάκης Σινόπουλος, συμμαθητής του παιδιόθεν στα θρανία της ποίησης, και ιδίως αυτά του Σεφέρη. Όσοι αρέσκονται στους ψυχαναλυτισμούς, θα βρουν στη σύμπτωση τη χρονική πολλά να σχολιάσουν. ΤοΚατώγι βγαίνει στα 1971, χρονιά που εκδημεί ο Σεφέρης, και το ομότιτλο ποίημά της του είναι αφιερωμένο. Η δεύτερη συλλογή του Παυλόπουλου, το Σακί, κυκλοφορεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1981, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σινόπουλος, και περιέχει κι εκείνη ένα ποίημα αφιερωμένο στον επί δεκαετίες πολλές συνοδοιπόρο (κάποια από τα πρώτα ποιήματα του Σινόπουλου, θυμίζω, είναι γραμμένα από κοινού με τον Παυλόπουλο). Φέρει τον βιογραφικό, προφανώς, τίτλο "Ιβήρων 14, 1949".
Στην τρίτη συλλογή του Παυλόπουλου, τα Αντικλείδια, που είναι η πρώτη ολότελα χαρακτηριστική του και περιέχει μερικούς από τους γνωστότερους στίχους του, υπάρχει κι εκεί ποίημα αφιερωμένο σε ομότεχνο, και πάλι όνομα σημαντικό για τον γράφοντα. "Χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges" διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο "Ο ποιητής και το φεγγάρι". Είναι το τέταρτο στη σειρά.

ΙΙΙ.

Τι παράδοξο όμως… Ενώ ο Παυλόπουλος των πρώτων συλλογών λαχανιάζει κάποτε στην προσπάθειά του να συντονιστεί με το parlando το σεφερικό, πατώντας την έβδομη δεκαετία της ζωής του  μεταμορφώνεται. Υπάρχει εδώ μια ματιά νεανική που εμψυχώνει τους στίχους του, μια ευθυμία πηγαία, μια παιδική ή εφηβική χαρά πίσω απ’ τις λέξεις του, που τη συναντάει κανείς ατόφυα ιδίως στα ερωτικά, σαρκικά του ποιήματα. Γιατί αυτός ο ώριμος Παυλόπουλος, σε αντίθεση με τον παλιότερο σύνοφρυ εαυτό του, είναι ποιητής ανάλαφρος και παιγνιδιάρης, θα ’λεγε κανείς σκανταλιάρης ενίοτε.
Έτσι είναι δε και οι ηρωίδες του: Η Δηιδάμειά του λ.χ. στο ποίημα "Το άγαλμα και ο τεχνίτης"· ή η καλόγρια απ’ τα Στροφάδια στη "Δαμάλα" που ως άλλη Πασιφάη συνευρίσκεται με τον ταύρο· ή η μικρή αδελφή της νύφης από την "Δοκιμή". Κι ακόμη το κορίτσι από την "Πληρωμή της ηδονής" ή το άλλο από το "Πρώτο δειλινό", ποιήματα που και τα δυο εξιστορούν καταπώς μοιάζει νεανικούς έρωτες.
Εφεξής, τα κορίτσια δεν θα λείψουν ποτέ από τη ποίηση του Παυλόπουλου. Θα τα συναπαντήσουμε στο πρόσωπο της Σαχραζάτ της παραμυθολόγας και της γύφτισσας της γλωσσούς, θα τα βρούμε ως μικρές πριγκίπισσες ή ως χορεύτριες ερωτύλες που ξέρουν να μας προκαλούν μες σ’ ένα χαϊκού:
Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να δω την ελιά
Ή και μας περιπαίζουν:
Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.
Θα τα συναντήσουμε με πλήθος ονόματα, σε ένα σωστό προσκλητήριο καλλονών, στην "Άνθεια":
Ήταν η Φαμπιόλα η Κολομβιάνα στην Καρθαγένη
και η Κάρμεν η φωτιά στο Σαλβατόρ
και η φτωχή Αλίσια στην Περέιτα.
Ήταν η Ηραχίλντα το μανεκέν στο Σάντος
και στο Μπουένος Άιρες η Ρίτα η χορεύτρια
και στο Πουέρτο Μοντ η Γκλόρια η Χιλιανή.
Ήταν η Ρεγγίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο
και η Τουρκάλα η Οϊά στη Σμύρνη
και στο Ταγγάρ της Σενεγάλης μια μαύρη Μαριάννα.
Όλες ωραίες μέσα στη νύχτα.

Θα τα δούμε μέσα στο ασανσέρ, αρρεβωνιάρες του αφεντικού, και ωστόσο δοτικές σε ένα φιλί κλεμμένο:

Ένα πρωί που ανεβαίναμε τη φίλησα
και φτάσαμε στον ουρανό
και κόλλησε το ασανσέρ στα σύννεφα
Κάποτε συναντάμε και γυναίκες ωριμότερες, εκείνη λ.χ. την «κυρία που λάτρευε τις τέχνες» ή τη θειά Σουλτάνα τη πεντάμορφη της Σμύρνης. Όμως τότε είναι οι θαυμαστές τους νεαροί, γενικά οι εραστές στον Παυλόπουλο είναι νέοι: ο μικρός ζαχαροπλάστης με το ζαχαρένιο του κεντρί, και ο θρασύς ανιψιός του θείου τού Σέχα, ή ακόμη το όμορφο δεκαεννιάχρονο παιδί με τα μελαγχολικά μάτια της "Φωτογραφίας". Ο Παυλόπουλος είναι ο ποιητής των νεαρών ερώτων.

ΙV.

Πάντως, η γυναικεία μορφή που συμβολίζει στο πρόσωπό της (θα ’πρεπε ίσως να πω: στο κορμί της) τη Γυναίκα στον Παυλόπουλο είναι βέβαια η "Κόρη της Αβύσσου". Το ποίημα έχει μια ιδιαίτερη θέση στο έργο του, ας είναι και επειδή ανήκει στα ελάχιστα του δημιουργού του που είναι έμμετρο και ομοιοκατάληκτο.
Ο τύπος του κοριτσιού που περιγράφει ο Παυλόπουλος ως μοτίβο λογοτεχνικό είναι ίσως κοινότοπος – κάτι μεταξύ femme fatale και αστικής νεράιδας ξεμυαλίστρας, μια γυναίκα αράχνη που φλερτάρει διαρκώς με τον έρωτα και τον θάνατο – πόσες και πόσες φορές δεν την έχουμε συναντήσει στη μυθολογία, τη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο; Είναι το ανυπότακτο αιώνιο θήλυ που με την ακατανίκητησαγήνη του καταργεί συμβάσεις και φρόνηση και φέρνει τα θύματά του σύρριζα στην κόψη του κινδύνου. Και που κανένα δόλιο βέλος και καμιά σαΐτα απατηλή δεν λείπει απ’ τη φαρέτρα της.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Ασφαλώς, υπάρχουν συγγραφείς, ο Παλαμάς λ.χ. με την Τρισεύγενη ή ο Ελύτης με τηΜαρία Νεφέλη του που έχουν πλάσει πιο ευφάνταστους χαρακτήρες πατώντας πάνω στο ίδιο μοτίβο. Όμως το ποίημα του Παυλόπουλου είναι τερπνό όσο λίγα και ξεχωρίζει για τη λυρική του δύναμη και τη γλαφυρή εικονοποιία του.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μʼ αρέσει.
Και μʼ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

V.

Ποίημα αυστηρό, έμμετρο και ομοιοκατάληκτο, είναι και "Ο λύκος και ο έρωτας" που, δημοσιευμένο στην τελευταία ημιμεταθανάτια συλλογή του ποιητή, το Να μη τους ξεχάσω, παραπροτελευταίο στη σειρά μάλιστα, είναι σαν να επιλογίζει όλον τον ερωτικό Παυλόπουλο. Το παραθέτω γιατί με το θυμόσοφο κέφι του εικονογραφεί ιδανικά όλα όσα υπαινίχθηκα για εκείνον πιο πάνω:

Με τον φίλο μου το λύκο
τον δειλό τον κουτοπόνηρο
περπατούσαμε μαζί
μες στο σκοτεινό μου όνειρο.
Και του λέω Λύκε πες μου
τι να κάνω με τον έρωτα
όλα είναι κει θολά
μυστήρια κι αφανέρωτα.
Και μου λέει άκου Γιώργη
δε θα λύσω τ’ ανεξήγητα
γλέντησε μ’ όσες μπορείς
τ’ αμπέλια είναι ατρύγητα.
Άι στο διάβολο του λέω
αχρείε κι αλιτήριε.
Και το χτήνος μ’ απαντά
να σε φάει ο λύκος κύριε.
Πλάι σ’ αυτό, αν μετράω καλά, έμμετρος και ομοιοκατάληκτος είναι μόνον ο "Νεκρός" από το Κατώγι, ποίημα από τα επιτυχημένα του πρώτου Παυλόπουλου, και το πρωιμότατο, αφού γράφτηκε στα 1946, "Νέοι ποιητές εις το Ρωσικόν", το οποίο ο δημιουργός του θα το θυμηθεί εξήντα και βάλε χρόνια αργότερα και θα το περιλάβει, πρώτο μάλιστα, στο Να μη τους ξεχάσω. Δεν ξέρω αν στα χαρτιά του σώζονται ποιήματα συγκρίσιμα, και τι αξίζουν. Πάντως, αν κρίνω και από τις επιδόσεις του στο χαϊκού, άλλη αυστηρή φόρμα αυτή, ίσως είχαμε εδώ μια ευκαιρία που πήγε χαμένη για τον ποιητή, μια ευκαιρία εκφραστική να ποικίλει τους τρόπους του. Αυτός ο ελευθεριάζων τόνος της μεσοπολεμικής στιχουργίας, με την ελεγειακή και συνάμα σατιρική του φόρτιση, του ταίριαζε, έχω την εντύπωση. Και η σημασία που μαθαίνουμε ότι στα στερνά του απέδιδε στην "Κόρη της Αβύσσου", δείχνει ότι είχε επίγνωση του πράγματος.

VΙ.

Από το Κατώγι ώς τα Αντικλείδια ο Παυλόπουλος κάνει ένα διπλό πέρασμα που σφραγίζει την ώριμη ποίησή του. Από την ιστορία περνάει στον μύθο, και από τον βιωμένο κόσμο των παθών στον συμβολικό κόσμο των ονείρων. Έκτοτε οι άμεσες ιστορικές αναφορές, οι μνήμες του πολέμου, της κατοχής, του εμφύλιου, της δικτατορίας, που στις δυο πρώτες συλλογές δίνουν τον τόνο εκλείπουν. Τη θέση τους παίρνουν μικρά αφηγήματα χωρίς χωροχρονική σήμανση, τα εθνικά συμβάντα και καθέκαστα δίνουν τη θέση τους σε μια μυθοπλασία πιο αφηρημένη. Πόλεμος πια είναι ο κάθε πόλεμος, φαντάρος είναι κάθε στρατιώτης, όλα τελούνται πλέον κάπως πιο αποστασιοποιημένα, σ’ ένα επίπεδο πιο συμβολικό. Ο ευθύς συγκεκριμένος κόσμος εξαχνώνεται, απορροφάται από τον διαθλασμένο κόσμο των αντικατοπτρισμών και των ονείρων.
Όπως στους μύθους του Μπόρχες, όπως στους μύθους του Κάφκα, που επίσης δίνει το παρών στα ποιήματα του Παυλόπουλου, όπως γενικά στους μύθους και στα παραμύθια, το πότε και το πού δεν μετρούν. Έχουμε προφανώς εδώ να κάνουμε με μια διαδρομή αντίθετη του Σεφέρη ή του Σινόπουλου, που συν τω χρόνω γίνονται όλο και πιο τοπικοί και ιστορικοί. Στον ώριμο Παυλόπουλο, αντίθετα, πολλά μοιάζει να γίνονται καθ’ ύπνον και κατ’ όναρ, κατά τη βύθιση στο ασυνείδητο ή κατά τις μετέωρες στιγμές της αφύπνισης, τόσο που η πραγματικότητα της εγρήγορσης να συγχέεται με εκείνη της νάρκης.
Διαβάζω μερικούς χαρακτηριστικούς στίχους από τα Αντικλείδια, από τα πρώτα τέσσερα ποιήματα της συλλογής: «Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος»· «Αυτή που βλέπεις ίσως τη φτιάχνεις χρόνια με το μυαλό σου / στο μόνιμο γκρίζο που προετοιμάζει τα όνειρα»· «Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους»· «Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του / και μάταια θα παλεύει να το θυμηθεί μετά». "Καταγραφή ονείρου" επιγράφεται ένα ποίημα, και ένα άλλο. μερικές σελίδες αργότερα, "Το θέατρο του ύπνου". Μερικά από τα διασημότερα ποιήματα της συλλογής είναι στην ουσία ενύπνια: "Η μύγα", "Το δωμάτιο η γυναίκα και το ποίημα", "Το παιδί και οι ληστές". Θυμίζω και το ιλιαδικό μότο της συλλογής: «Ὡς δ’ ἐν ὀνείρω οὐ δύναται φεύγοντα διώκειν…»
Στο ποίημα "Ο Χοκουζάι και η Γυναίκα του Ψαρά" ο Παυλόπουλος είναι σαν να μας εξηγεί τη μέθοδό του.


Ίσως ο Χοκουζάι στο όνειρό του
είδε τη Γυναίκα του Ψαρά
να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή
καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε
το χταπόδι του ονείρου της.
Ίσως η Γυναίκα του Ψαρά
είδε το Χοκουζάι στ’ όνειρό της
να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή
καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε
το χταπόδι του ονείρου της.
Ίσως εμείς κοιτάζοντας τη ζωγραφιά του Χοκουζάι
βλέπουμε δυο όνειρα το ένα μέσα στο άλλο
δίχως να το ξέρουμε.

Το μοτίβο είναι βεβαίως παμπάλαιο. La vida es sueño, η ζωή είναι όνειρο, είναι ο τίτλος του έργου εκείνου που στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας το μνημείωσε με τον ιδεωδέστερο τρόπο. Και ο Παυλόπουλος, πράγματι, χαράζοντας αυτές τις γραμμές είναι σαν να υπομνηματίζει τον Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, και τον μεγάλο μονόλογο του Σιγισμούνδου, του απεγνωσμένου ήρωά του:

Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το ’δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
(μτφρ. Ν. Χατζόπουλος)

VII.

Σε άλλα ποιήματα του Παυλόπουλου τη θέση του ονείρου, ως έτερης, διαφορετικής πραγματικότητας εντός και εκτός της κοινής, παίρνει ο καθρέφτης ή η μνήμη ή η θεατρική σκηνή. Όμως ο κυκλικός χαρακτήρας της σύλληψης διατηρείται. Μελετώντας το έργο του Αργύρη Χιόνη, ο Γιάννης Πατίλης ανέσυρε από εκεί τη φράση "το περιέχον περιεχόμενον" για να χαρακτηρίσει αυτού του είδους τις ουροβόρες συνθέσεις, τα ποιήματα δηλαδή που τρών και ξερνούν τον εαυτό τους επανερχόμενα διαρκώς στην πρώτη αφετηρία. Ο όρος ταιριάζει και στον Παυλόπουλο. Ακούστε το ποίημά του "Ο ταξιδιώτης":
Ένας ταξιδιώτης
αποκοιμιέται πάνω στ’ άλογό του
και βλέπει στ’ όνειρό του
πως τάχα το ταξίδι του
είναι ένα όνειρο
που το βλέπει κοιμισμένος
πάνω στ’ άλογό του.
Και ένα άτιτλο ποίημα του Χιόνη:
Μέσα στη μοναξιά μου είν’ ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου
Ακούστε το "Στίχος ενύπνιος" του Παυλόπουλου:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.

Και ένα τετράστιχο του Χιόνη, επίσης από το "Περιέχον Περιεχόμενον" του:

Είμαι χρόνος κι είμαι μες στο χρόνο
Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου
Όμως Παυλόπουλος και Χιόνης έχουν και άλλα κοινά, πέρα από την κυκλικότητα της λυρικής τους σκέψης. Η αγάπη τους για τις απωανατολίτικες φόρμες και παραδόσεις είναι ένα τέτοιο. Και ένα άλλο ότι και των δυο τα ποιήματα είναι συχνά παραβολές ή αλληγορίες: μύθοι όπως είπα προηγουμένως. Μια συγκριτική τους εξέταση θα έφερνε πιθανόν στο φως περισσότερα.

VΙII.

Θα κλείσω με μια γενική παρατήρηση, χρήσιμη όμως για τη γενική αποτίμηση του Γιώργη Παυλόπουλου όπως φρονώ. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποιητές μας του Μεταπολέμου, που είναι ποιητές μιας διάχυτης στο έργο τους γενικής ατμόσφαιρας ή, σπανιότερα, ποιητές του εντυπωτικού αποσπάσματος ή του δυνατού μεμονωμένου στίχου, η βασική εκφραστική μονάδα στον Παυλόπουλο είναι το πλήρες, κατορθωμένο ποίημα Ο αναγνώστης από το πρώτο ξεφύλλισμα πέφτει πάνω σε τέτοια ποιήματα, που του τραβούν την προσοχή και στα οποία ανατρέχει διαρκώς. Ποιήματα εθιστικά και αλησμόνητα όπως "Της γύφτισσας", το "Παιδί και οι ληστές", το "Αισθηματικό". Πρέπει κανείς να ανατρέξει στην προνεωτερική εποχή για να συναντήσει κάτι παρόμοιο σε ποιητές μας σημαντικούς, όχι όμως και συγκαταλεγόμενους κατ’ ανάγκην στους αποκαλούμενους μεγάλους. Μιλώ για ανθρώπους όπως ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Τέλλος Άγρας. Σ’ αυτούς πλάι νομίζω, και σε ύψος ανάλογο, θα τοποθετήσει το μέλλον και τον Παυλόπουλο κάποια στιγμή. Πλάι δηλαδή σε σπουδαίους τεχνίτες που κατόρθωσαν ίσως όχι να αρθρώσουν ένα καθολικό και μεγαλεπήβολο όραμα για τον κόσμο, αλλά πάντως να διασώσουν κάποιες πολύτιμες στιγμές του, τρέποντάς τες σε λόγο ουσιώδη, τερπνό και ανεξίτηλο.
Τα προσωνύμια ποιητής μείζων ή κορυφαίος κρατούν βέβαια την αξία τους. Τη ζωή της ποίησης όμως την αληθινή, πάει να πει τη μύχια σχέση του έργου με τον αναγνώστη, είναι τέτοια ποιήματα που την κρατούν και τη διαιωνίζουν. Και είναι εγκώμιο μέγα για έναν ποιητή, ίσως το μέγιστο, να μπορούμε να πούμε ότι έχει ποιήματα τέτοια  – και με το παραπάνω.
* Ο Κ. Κουτσουρέλης είναι ποιητής.
Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Από τον δραματικό λυρισμό στον ονειρικό παροξυσμό

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

"ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΕΙΟ" ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Την Πέμπτη 10 Μαΐου 2018, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη

 (αίθουσα Cotsen Hall), στις 7:00 το βράδυ,
θα γιορτάσουμε τα 
5 χρόνια των Εκδόσεων Αρχείο,
παρουσιάζοντάς σας τα 9 βιβλία του 2017 και του 2018.

~~~~~
Τα βιβλία θα παρουσιαστούν με την εξής σειρά:
Κώστας Βάρναλης, Αστυνομικά
Ελένη Μπόμπου Πρωτοπαπά, Αγαμέμνων Σλήμαν, «Ο περιπόθητος υιός»
Γιάννης Τζεδάκις,  Χανιά - Ρέθυμνο, Ένα μαγευτικό ταξίδι που συνεχίζεται
Ξένη Αραπογιάννη, Αρχαία Θουρία - Το Ασκληπιείο
Παύλος Π. Αντωνάτος, Η «άλλη» ανασκαφή 
(υπό έκδοση)
Νίκος Γ. Μοσχονάς, Αναμνήσεις αρχείου - Ο απόπλους για το Ιστορικό Αρχείο Κεφαλονιάς
Μιλτιάδης Κ. Αργυρόπουλος,  Η Μάχη της Δοϊράνης
Μαρσελέν Ντελπρά, Επιστολές από το Μακεδονικό μέτωπο, 1915-1917 

 (υπό έκδοση)
Αγγελική Γαρίδη, Τα ερμάρια του χρόνου
 ~~~~~

Ομιλητές:
Νίκος Σαραντάκος, Ελένη Μπόμπου Πρωτοπαπά, Γιάννης Τζεδάκις, Ξένη Αραπογιάννη, Παύλος Π. Αντωνάτος, Νίκος Γ. Μοσχονάς, Μιλτιάδης Κ. Αργυρόπουλος, Bernard Queuille, Αγγελική Γαρίδη,
Μιράντα Τερζοπούλου, Ναταλία Βογκέικωφ-Μπρόγκαν.

~~~~~

Οι ομιλίες θα διαρκέσουν περίπου 90'.
Θα ακολουθήσει μπουφές.

Είσοδος ελεύθερη

~~~~~

Εκτός από όλα τα βιβλία μας (2013-2018) που θα διατίθενται με μεγάλη έκπτωση,
θα πωλούνται και επιλεγμένα CD και DVD κλασικής μουσικής και όπερας
από την συλλογή των Εκδόσεων Αρχείο!

*Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, αίθουσα Cotsen Hall Διεύθυνση: Αναπήρων Πολέμου 9, 106 76 Αθήνα, Τηλέφωνο: 21 3000 2400 http://www.ascsa.edu.gr/index.php/about/cotsen-hall

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Ο Μυστικός Δείπνος του ντα Βίντσι

Το 1495, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι δημιούργησε ένα από τα πιο σημαντικά έργα στην Ιστορία της Τέχνης που έχει εμπνεύσει άπειρες εκδοχές.

Andy Warhol, The Last Supper, 1986, Screenprint and colored graphic art paper collage on paper 
© The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc. / DACS/Artimage 2018.


Κείμενο
Γιολάντα Γραμματικάκη [*]


Το θέμα του Μυστικού Δείπνου ήταν συχνό στην εκκλησιαστική απεικόνιση από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια (συναντάται ήδη στις ρωμαϊκές κατακόμβες) λόγω της διπλής του σημασίας: είναι η ανακοίνωση του Ιησού προς τους μαθητές του ότι κάποιος ανάμεσα τους θα τον προδώσει αλλά και η εγκαθίδρυση του μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας.

Από το 1495 έως το 1498, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι φτιάχνει την αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου στους τοίχους της μονής Santa Maria delle Grazie στο Μιλάνο κατά παραγγελία του δούκα Λουντοβίκο ιλ Μόρο Ludovico Sforza. Aποφασίζει να δοκιμάσει μια νέα τεχνική: αντί να δουλέψει την τοιχογραφία του σε υγρό τοίχο όπως απαιτεί το fresco, ζωγραφίζει με τέμπερα σε στεγνό τοίχο καθώς δεν θέλει να βιαστεί να τελειώσει πριν καν στεγνώσει η μπογιά και συγχρόνως θέλει να πετύχει μια λάμψη που δεν μπορεί να του δώσει η νωπογραφία. Όμως το πείραμα αποτυγχάνει και το έργο σε μερικές δεκαετίες αρχίζει να καταστρέφεται, ενώ μια πόρτα που ανοίχτηκε στη μονή το 1652 έφαγε τελείως τα πόδια του Ιησού. Το πέρασμα των χρόνων, οι σεισμοί και οι βομβαρδισμοί του Β’ΠΠ απαίτησαν να ξεκινήσει το 1980 μια 19χρονη αναπαλαίωση, που επανέφερε το διαστάσεων 4,4 Χ 8,8 μ. έργο σε καλή κατάσταση, αλλά με ελάχιστες πια πινελιές από το χέρι του ντα Βίντσι.

Leonardo da Vinci, The Last Supper, 1495-1498, Convent of Santa Maria delle Grazie in Milan. [Wikimedia Commons]


Ο ζωγράφος απαθανατίζει τη στιγμή που ο Ιησούς ανακοινώνει ότι ένας από τους μαθητές θα τον προδώσει. Η αγωνία και αναστάτωσή τους είναι φανερή. Πιστεύεται ότι ο ντα Βίντσι ζωγράφισε όλους τους μαθητές βασισμένος με υπαρκτά πρόσωπα. Για τον Ιούδα έψαξε πολύ στις φυλακές του Μιλάνου ώστε να βρει την τέλεια μορφή κακοποιού.
Προκειμένου να πετύχει την τέλεια προοπτική, κάρφωσε στον τοίχο ένα καρφί και τράβηξε από εκεί σκοινιά ακτινωτά στις θέσεις των μαθητών. Από το παράθυρο στο βάθος φαίνεται η θέα του ουρανού και της εξοχής.

[leonardodavinci.net]

Το έργο βρίθει κρυμμένων συμβολισμών: το χυμένο αλάτι που έχει σπρώξει ο Ιούδας με τον αγκώνα του μπορεί να σημαίνει κακοτυχία, απώλεια ή την προδοσία του Ιησού που είναι το Αλάτι της Γης. Και γιατί είναι ο μόνος με άδειο πιάτο; Προβληματισμός υπάρχει και για το τι ψάρι σερβίρεταιLeonardo Da Vinci's 'The Last Supper' reveals more secrets | EurekAlert! στο Δείπνο: αν είναι χέλι, η ιταλική λέξη aringa είναι κοντά στην arringa, που σημαίνει κατήχηση και υπεράσπιση, και κατ’ επέκταση πίστη στον Ιησού. Αν είναι ρέγκα, η λέξη renga στη βόρεια Ιταλία, κατά κάποιους ερευνητές, σημαίνει αυτόν που απαρνιέται την πίστη, όπως ο Πέτρος απαρνήθηκε τον Ιησού.
Στα αριστερά του Ιησού, ο Θωμάς σηκώνει το δάχτυλό του στον αέρα. Είναι πιθανό ο ντα Βίντσι να το τονίζει επειδή αργότερα ο Θωμάς δεν πίστεψε τα νέα για την Ανάσταση και ήθελε να ψηλαφίσει «με τα ίδια του τα χέρια» τις πληγές στο σώμα του Ιησού.
Στα δεξιά του Ιησού κάθεται ο Ιωάννης. Λόγω του ευγενικού παρουσιαστικού και των μακριών μαλλιών του, πολλοί ιστορικοί τέχνης (και ο Νταν Μπράουν στον Κώδικα ντα Βίντσι) υποστηρίζουν ότι είναι η συγκεκαλυμμένη εικόνα της Μαρίας Μαγδαληνής.
Στο σύνολό του, ο Μυστικός Δείπνος είναι μια σύνθεση γεμάτη δραματουργία, κίνηση και θεατρικότητα. Η προδοσία, ο φόβος, και η βεβαιότητα του θανάτου είναι διάχυτα, σαν να βλέπουμε ταινία στο σινεμά. Είναι σταθμός στην ιστορία της τέχνης και ένα έργο πάνω στο οποίο βασίστηκαν πολλοί καλλιτέχνες για να εκφράσουν δικές τους ιδέες.

___________

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης «Τα ποιήματα στο δρόμο» Ένα κείμενο του Νίκου Χουλιαρά


Νίκος Χουλιαράς


Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια – όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων – αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-«κοπρίτες» που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο.
Και τα ποιήματα-«παιδάκια», όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-«συνένοχοι»· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν, μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα, καθώς και τα ποιήματα-«παππούδες», γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-«γεροντοκόρες» που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-«ταγιέρ», τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά, ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-«κυρίες με αλτσχάιμερ». Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-«Μπεν Χουρ», αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-«σαντάλια με καλτσάκι», ούτε και τα ποιήματα-«στρατιωτικό αμπέχωνο» και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι», καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω.
Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


___________
(Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Έκθεση από πέντε νέους γλύπτες που ανοίγει την Τρίτη 13 Μαρτίου, στην αίθουσα Τέχνης " Εικαστικές αναζητήσεις"

Ο Giorgos Houliaras 
ΑΘΗΝΑ

Σημερα Κυριακη, στησαμε μαζυ με τους πεντε πρωην μαθητες μου και νυν νεους γλυπτες, την εκθεση τους που ανοιγει την Τριτη 13 Μαρτιου, στην αιθουσα Τεχνης " Εικαστικες αναζητησεις" Σπευσιπου 21, Κολωνακι.
Πεντε σεμνοι νεοι ανθρωποι οι Σ. Πανγιωτοπουλος, Σ. Σουβατζογλου, Α. Καλακαλας, Δ. Κωστας και Δ. Τσαντζης, που αγαπουν τη Γλυπτικη ...τους ευχομαι καλη αρχη και καλη επιτυχια!! Σε σας δε, την συνιστω ανεπιφυλακτα!!

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΥΖΥΗΝΟΣ(1849-1896): «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»

Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΥΖΥΗΝΟΣ: «Είναι αληθώς θαυμαστή η προθυμότης και η ευσέβεια, μεθ’ ης και ο δυστροπώτερος των ανθρώπων υπακούει παρ’ ημίν εις την τελευταίαν επιθυμίαν των αποθνησκόντων. 
Δεν ηξεύρω εάν πιστεύεται, ότι οι μη συντείναντες προς εκπλήρωσιν αυτής προκαλούσιν αφ’ εαυτών την του ουρανού δυσμένειαν.
Ίσως ―κατά την φιλοσοφικωτάτην ηθικήν του λαού― αποφεύγει έκαστος να πράξη ό,τι δεν επιθυμεί να συμβή εις αυτόν. 
Το βέβαιον είναι, ότι η αποδημούσα ψυχή, εφ’ όσον έχει ακόμη επιθυμίαν τινά ανεκπλήρωτον, δεν δύναται να αποσπασθή του ξένου πλέον αυτής σώματος και αναχωρήση, αλλά τριγυρίζει γογγύζουσα και παραπονουμένη επί των χειλέων του ψυχορραγούντος· φρικτόν δε θεωρείται και στιγματίζεται ως ασέβεια, εάν οι συγγενείς και οι οικείοι δεν σπεύδουν να πράξωσι παν το επ’ αυτοίς, όπως ετοιμάσωσιν ήσυχον και ευχαριστημένην την αναχώρησιν της ψυχής από ένα κόσμον, εις τον οποίον δεν ανήκει μεν πλέον, μετά του οποίου όμως την συνδέει ακόμη η τελευταία της επιθυμία. 
Εκ της εκφράσεως μάλιστα, ην λαμβάνει το πρόσωπον του νεκρού αφού εκπνεύση, δύναται ν’ αποφανθή τις αλανθάστως, εάν τούτο εγένετο ή όχι.
________

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΥΖΥΗΝΟΣ(1849-1896): «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», 1884.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971) “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”


Dionisis Vitsos
ΖΑΚΥΝΘΟΣ




«Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ(1900-1971)
“ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Λονδίνο, μια "Μπλέ" επιγραφή στην 7 Sloane Avenue, στο σπίτι όπου έζησε ο Σεφέρης ως πρέσβης της Ελλάδος εκεί.]