......................................................................... του λογοτεχνικού περιοδικού ΥΦΟΣ *

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή



"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
.................................................................Η ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΥΦΟΣ πατήστε πάνω στο εικονίδιο

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Aντίο Ποιητή!... Μάνο Ελευθερίου από την Σύρο

Δεν είναι μόνο τα "Μαλαματένια λόγια"...

Δεν είναι μόνο τα "Μαλαματένια λόγια"... Όλων αυτών των τεράστιων ανθρώπων παρακολουθώ πάντα συνεντεύξεις τους, τι λένε, τι δεν λένε, πως ζουν, πως δεν ζουν... Στους μεγάλους ποιητές έβρισκα πάντα τη ζωή μου... Είναι κάπως παράξενο αυτό... 

Κάποια στιγμή τον ρώτησαν:
"- Ποια ευτυχισμένη στιγμή σάς έρχεται στον νου;
- Κάμποσες αλλά δεν πρέπει να τις σκέφτομαι. Οταν περνάς ένα δύσκολο παρόν αυτά τα πράγματα δεν πιάνουν· έχεις την εντύπωση πως έχουν συμβεί σε κάποιον άλλο. Αφήνεις λοιπόν τον παλιό σου εαυτό εκεί, τον οποίο έτυχε και τον γνώρισες μια φορά, είπατε «χαίρω πολύ», ήπιατε και ένα ποτό μαζί και τελείωσε η υπόθεση.
- Δεν παντρευτήκατε ωστόσο.
- Ο σοβαρός κόσμος παντρεύεται για να έχει έναν σύντροφο. Δεν είναι μόνο ο έρωτας που φέρνει δύο ανθρώπους μαζί· είναι η αγάπη, η στοργή, η συντροφικότητα. Οσα χρόνια σέρνομαι στα νοσοκομεία έχω δει γυναίκες να ξαγρυπνούν δίπλα στον άνθρωπό τους, γυναίκες τυραννισμένες που έρχονται με το πρώτο λεωφορείο από την άκρη της Αττικής για να είναι πρωί πρωί δίπλα στον αγαπημένο τους. Αυτή η ανάγκη για συντροφικότητα δεν θα πάψει να με συγκλονίζει.
- Επομένως σας λείπει ένας σύντροφος.
- Οπως σε κάθε μοναχικό άνθρωπο.
- Θα μπορούσατε να είχατε γίνει πατέρας;
- Ενα παιδί μέσα στον κόσμο είναι μια ελπίδα, αν και από την άλλη σκέφτεσαι σε τι κόσμο-μπορντέλο θα το φέρεις. Ομως, δεν θα ήθελα να έχω παιδί γιατί απλούστατα δεν μπορούσα να κουμαντάρω τον εαυτό μου".
~~~~~
Aντίο Ποιητή!...

-Δ.Τζ. 
__________
Περισσότερα για τον Μ.Ε. εδώ:

http://agonaskritis.gr/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B…/

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Νίκος Χουλιαράς (1940 - 2015) Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Νίκος Χουλιαράς (1940 - 2015)
Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980
-------
Nikos Chouliaras (1940 - 2015)
The Painter Departing, 1980

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Παντελής Βούλγαρης: Η τεχνολογία έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στη μοναξιά και την απομόνωση

ΤΕΧΝΕΣ  // ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Παντελής Βούλγαρης: 
Η τρομακτική γοητεία του κινηματογράφου

Φωτογραφία: Νίκος Σέρτ

γράφει ο Αδάμ Αλεξόπουλος *

Αν αποφάσιζα να γράψω έναν συμβατικό πρόλογο για τον Παντελή Βούλγαρη, τότε θα αδικούσα το έργο του και την πορεία του στον κινηματογράφο, καθώς και την εμπειρία που αποκτά ένας δημοσιογράφος σε μόλις λίγα λεπτά συζήτησης. Ο Παντελής Βούλγαρης θα μπορούσα να πω, ότι είναι ένα ζωντανό βιβλίο που ανοίγοντάς το, σε αγκαλιάζει και σου μεταφέρει εικόνες από τη ζωή του και την ιστορική του έρευνα, όπως απλόχερα προσφέρει εικόνες και συγκινήσεις στην μεγάλη οθόνη μέσα από τις ταινίες του.
Ο Παντελής Βούλγαρης είναι ένα ζωντανό βιβλίο που ανοίγοντάς το, σε αγκαλιάζει και σου μεταφέρει εικόνες από τη ζωή του και την ιστορική του έρευνα, όπως απλόχερα προσφέρει εικόνες και συγκινήσεις στην μεγάλη οθόνη μέσα από τις ταινίες του.
Τον συνάντησα στη συνέντευξη Τύπου για το τέταρτο Διεθνές Φεστιβάλ Άνδρου που πραγματοποιήθηκε σε γνωστό ξενοδοχείο της Αθήνας, όπου ο Παντελής Βούλγαρης έχει αναλάβει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή.
Όπως καταλαβαίνετε ο χρόνος και ο τόπος δεν ήταν ο ιδανικός, ωστόσο έπιασα τον εαυτό μου μέσα από την αφήγησή του, να ταξιδεύω, στα πρώτα του βήματα, στη διαδικασία που ακολουθεί για τις ταινίες του, αλλά και στις απόψεις του για τη νέα γενιά, αλλά και το μέλλον του κινηματογράφου.

Κύριε Βούλγαρη γιατί αποφασίσατε να γίνετε σκηνοθέτης;
Σε αυτή την επιλογή με οδήγησε η τρομακτική γοητεία του κινηματογράφου. Έγινα σκηνοθέτης γιατί μάλλον δεν είχα ενδιαφέρον για τίποτε άλλο. Ανήκω σε μία γενιά, που εικόνες μόνο στον κινηματογράφο βλέπαμε. Δεν υπήρχε τότε ο βομβαρδισμός εικόνων όπως σήμερα, που σήμερα βρίσκονται παντού. Για να καταλάβεις τηλεόραση είδα για πρώτη φορά σε ηλικία 27 ετών.

Κάνοντας μία αναδρομή στην περίοδο της πρώτη σας ταινίας «Ο κλέφτης». Είχε περάσει τότε από το μυαλό σας η πορεία που θα πραγματοποιήσετε;
Όχι μόνο τότε, αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα ότι διανύω κάποια συγκεκριμένη πορεία. Η κάθε ταινία έχει τον δικό της λόγο που γίνεται. Πολλές φορές υλοποιείται μία ταινία, ενώ έχουν απορριφθεί ή έχουν στραγγαλιστεί δεκάδες άλλες ιδέες που δεν μπόρεσαν να υλοποιηθούν.

Με την πάροδο των χρόνων;
Ούτε μεγαλώνοντας το σκέφτηκα. Ο κινηματογράφος για εμένα είναι κάτι περισσότερο από μία αγάπη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

Ξεκινήσατε να κάνετε ταινίες σε περίεργη εποχή, όπως περίεργη είναι και τώρα. Ποιες διαφορές παρατηρείτε στο τότε με το σήμερα;
Είναι πολύ σύνθετη η ερώτηση με την έννοια ότι οι αλλαγές ταξιδεύουν ταυτόχρονα με πολύ μεγάλα γεγονότα. Ας πούμε σήμερα έχει διαψευστεί η αριστερά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σε αντίθεση με τότε που ήταν η κυρίαρχη κατάσταση, το κυρίαρχο όραμα. Αυτό σημαίνει ότι διαδέχεται κάτι άλλο, αυτή την κατάσταση της φιλοσοφίας, της πραγματικότητας, της αλλαγής ζωής.

Μιλήστε μου για τότε.
Εγώ ανήκω στη γενιά αμέσως μετά τον εμφύλιο. Η λογοκρισία τελείωσε το 1974 όταν έπεσε πια η χούντα και πλέον ήμασταν μεγάλοι σε ηλικία. Θέλαμε να εκφραστούμε και δεν μπορούσαμε μέσα από τον κινηματογράφο. Τώρα μπορείς να πεις ότι θέλεις και αυτό είναι πολύ βασικό.

Έχει αλλάξει και ο τρόπος έκφρασης;
Σαφώς. Ας πούμε δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ζωγραφίζετε το σώμα σας εσείς οι νέοι. Ήμουν προχθές έξω από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, όπου βρίσκονταν και δύο νεαρά παιδιά που έκαναν πατίνια. Μόλις έβγαλαν τις μπλούζες τους, είδα πως ήταν γεμάτοι φίδια, δράκοντες, αετούς. Αυτό κάτι σημαίνει.

Σήμερα υπάρχουν αμέτρητες προκλήσεις.
Είναι σωστό αυτό. Ο σημερινός άνθρωπος έχει τόσες πολλές προκλήσεις στον τρόπο διασκέδασης, στην εργασία και στην συμπεριφορά προς την οικογένεια του, που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε μία άλλη εποχή.

Πως θα χαρακτηρίζατε τη ζωή των ανθρώπων σήμερα;
Σήμερα η ζωή είναι πιο ατομική. Η όλη ιστορία με την τεχνολογία έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στη μοναξιά και την απομόνωση. Στα νιάτα μου, εγώ έκανα φλερτ μέσα στα τρένα και τα λεωφορεία και τώρα, δεν μπορώ να συναντήσω ένα βλέμμα.

Θα ήθελα να επιστρέψουμε στον κινηματογράφο. Από τη δική σας γενιά βγήκατε αρκετοί σπουδαίοι κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες γενικότερα. Πιστεύετε ότι θα είναι ανάλογο το μέλλον στον ελληνικό κινηματογράφο;
Θα βγουν σίγουρα καλλιτέχνες και από αυτή τη γενιά. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, στην ηλικία των παιδιών που τώρα ξεκινούν το ταξίδι τους στον κινηματογράφο, θυμάμαι τον Γιώργο Πανουσσόπουλο, ο οποίος ήταν από τους πρώτους που ζούσε μόνος του να κυκλοφορεί στο δρόμο με μία 16αρα μηχανή, η οποία δεν λειτουργούσε κιόλας. Ο κινηματογράφος και ο τρόπος έκφρασης, όπως καταλαβαίνεις έχει πάει σε άλλο επίπεδο.

Αυτό οφείλεται στις νέες τεχνολογίες;
Εκεί θέλω να καταλήξω. Αυτή η ιστορία με την τεχνολογία και τις εύχρηστες μηχανές, που όλοι πια μπορούν να κολλήσουν το μάτι τους σε μία κάμερα και να βλέπουν μέσα από αυτή είναι το πιο βασικό στοιχείο για τη συνέχεια. Πιστεύω ότι θα έρθει η εποχή που στο φεστιβάλ των Καννών θα διαγωνίζονται οικογένειες, γιατί και μόνοι τους θα μπορούν να κάνουν μία ταινία.


Ποιο είναι το συναίσθημα που σας κυριεύει όταν γυρίζετε μία ταινία, αλλά και όταν βλέπετε το αποτέλεσμα στο πανί;
Είναι διαφορετικές οι φάσεις συναισθημάτων που κατακλύζουν έναν σκηνοθέτη, στη διαδικασία πριν το γύρισμα, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος και κατά τη διάρκεια της προβολής. Στο γύρισμα είμαι ευτυχισμένος γιατί μία ιδέα υλοποιείται, έχοντας συνοδοιπόρους ανθρώπους που πιστεύουν σε εμένα αλλά και σε όλο αυτό το εγχείρημα. Φτάνοντας στην προβολή, κάθε φορά είναι διαφορετικά.

Υπάρχει κάποιο παράδειγμα που μπορείτε να μοιραστείτε;
Στην τελευταία μου ταινία, «Το τελευταίο σημείωμα», είδα για πρώτη φορά 650 μαθητές από την Καισαριανή να μπαίνουν στην αίθουσα και καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής για ένα θέμα που δεν γνώριζαν, να σιωπούν. Αυτή την εμπειρία και τη συγκίνηση την έζησα τώρα για πρώτη φορά, σε αυτή την ηλικία που είμαι.

Μέχρι τώρα γιατί επιλέγετε οι ταινίες σας να είναι κυρίως ιστορικού περιεχομένου;
Είναι ιστορικού περιεχομένου με βάση τον άνθρωπο πάντα. Δεν θα μπορούσα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ ή να ασχοληθώ με ένα πρόσωπο που να μην με αφορά η ζωή του. Αυτές οι ταινίες καταρχήν με ενδιαφέρουν κάθε φορά σαν ιστορίες.

Υπάρχει προεργασία έρευνας και μελέτης;
Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο διάστημα μελέτης της ιστορίας. Για παράδειγμα, την «Ψυχή Βαθιά» αποφάσισα να την υλοποιήσω, αφού είχα ολοκληρώσει ένα πολύ μεγάλο διάστημα μελέτης, όχι για να κάνω την ταινία, αλλά για να καταλάβω ο ίδιος τι είχε συμβεί εκείνη την περίοδο.

Ο άνθρωπος θεωρείτε πως είναι ανιστόρητος;
Το ξέρω ότι ο κόσμος είναι ανιστόρητος. Εγώ πρώτος, μιλώντας για τον εαυτό μου, την ιστορία μας δεν την ξέρω. Γνωρίζω αποσπασματικά κάποιες περιόδους με τις οποίες ασχολήθηκα πιο συστηματικά. Μιλώντας για έρευνα της ιστορίας σημαίνει ότι ασχολείσαι μόνο με αυτό στην καθημερινότητά σου.

Αυτή την περίοδο μελετάτε;
Διαβάζω για το 1821, για το οποίο δεν γνώριζα. Είχα μείνει με τις αφηγήσεις των δασκάλων στο σχολείο, με τις μικρές ιστορίες στα βιβλία και με τις εικόνες του Παπαφλέσσα και των άλλων ηρώων στους τοίχους. Όταν ασχοληθείς με μία ιστορική περίοδο καταλαβαίνεις πραγματικά τι συνέβη τότε.

Ετοιμάζετε κάτι συγκεκριμένο με βάση αυτό;
Όχι. Κανένας δεν ξέρει ποτέ βέβαια, τι μπορεί να προκύψει.

Έχετε κάνει δεκατρείς ταινίες. Ποια από αυτές μπορείτε να ξεχωρίσετε λιγάκι παραπάνω;
Έχω αδυναμία σε όλες μου τις ταινίες. Ίσως λίγο παραπάνω να ξεχωρίζω την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία το «Προξενιό», γιατί αυτή ήταν ουσιαστικά και η είσοδός μου στον χώρο.
Την περίοδο της «Μικράς Αγγλίας» είχατε πει συνέντευξή σας ότι θέλατε να κάνετε ακόμα τρεις ταινίες. Το «Τελευταίο σημείωμα» έγινε. Μένουν άλλες δύο ή έχει αυξηθεί ο αριθμός;
Ελπίζω να καταφέρω να κάνω όσες πιο πολλές μπορώ, γιατί είμαι πια μεγάλος και τα περιθώρια στενεύουν.

Είστε από τους δημιουργούς που επιλέγετε άφθαρτα πρόσωπα στις ταινίες σας. Θα μπορούσα να πω ότι τα ανακαλύπτετε. Κρατάτε επαφή και μετά τα γυρίσματα μαζί τους;
Μπορώ να σου πω ότι με πιάνουν αρκετές φορές ενοχές για αυτό τον λόγο. Περνούν οι εποχές και με ανθρώπους που έχω συνδεθεί σε ταινίες δεν έχω κρατήσει επαφές. Μπλέκομαι με διαφορετικά πράγματα, μπλέκονται και αυτοί με τα επόμενά τους βήματα και δεν είναι εύκολο.

Μιλώντας για τους νέους, αυτή την περίοδο αρκετοί καλούνται να αποφασίσουν για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Τα παιδιά σας ακολούθησαν τον δικό σας δρόμο. Τι ήταν αυτό που τα συμβουλέψατε;
Εγώ δεν τα έσπρωξα τα παιδιά μου στον καλλιτεχνικό χώρο. Αυτό που τα συμβούλεψα και συμβουλεύω όσους με ρωτούν, είναι ότι επειδή είναι η ζωή είναι μεγάλη, αυτό που επιλέγεις πρέπει να το αγαπάς κάθε μέρα. Να μπαίνεις στο γραφεία, στο αυτοκίνητο, στο θέατρο, στο δικαστήριο και να είσαι ευτυχισμένος.
Για να σας αποδεσμεύσω, θα ήθελα να μου πείτε μερικά λόγια για το Διεθνές Φεστιβάλ της Άνδρου.
Θα μου επιτρέψεις να σου απαντήσω με αυτά που είπα στη συνέντευξη Τύπου. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ανάμεσα στο πλήθος των επισκεπτών του Αυγούστου, μεταμφιεσμένοι με μαύρα γυαλιά, αποβιβάζονται στο νησί διάσημοι όπως ο Αριστοφάνης, ο Σαίξπηρ, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Ρίτσος, ο Κορνάρος και άλλοι, που σκοπός τους είναι να μας παρασύρουν με επιτήδειους τρόπους σε επικίνδυνες πράξεις, όπως να γελάμε και να κλαίμε με τα κατορθώματά μας αλλά και να θυμόμαστε πως παλιότερα χορεύαμε συχνά.

γράφει ο  Αδάμ Αλεξόπουλος
-Παρασκευή 13/07/2018

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Στρατής Μυριβήλης (1892 - 1969)

  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ  

Από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, ο Στράτης Μυριβήλης ανήκει στη γενιά του ’30, αν και μεγαλύτερης ηλικίας. Γεννήθηκε ως Ευστράτιος Σταματόπουλος στις 30 Ιουνίου 1892 στην τουρκοκρατούμενη Συκαμιά της Λέσβου. Μέτριος μαθητής, στο δημοτικό αποφοιτά το 1909 από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Από τα μαθητικά του χρόνια έρχεται σε επαφή με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού, που διαμορφώνουν τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Κείμενά του δημοσιεύονται ήδη σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης.
Το 1912 τον βρίσκουμε να φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εργαζόμενος συγχρόνως ως δημοσιογράφος. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς διακόπτει τις σπουδές του και κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό. Λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913 και επιστρέφει στην Αθήνα. Η Λέσβος είναι ήδη απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό και ο Μυριβήλης αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 1915 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Κόκκινες Ιστορίες».
Το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στρατεύεται εκ νέου και λαμβάνει μέρος στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία. Εκεί αρχίζει να γράφει το αριστούργημά του «Η Ζωή εν Τάφω». Το 1920 παντρεύεται την προσφυγοπούλα Ελένη Δημητρίου και αποκτούν τρία παιδιά. Λαμβάνει μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία και μετά την καταστροφή επιστρέφει δια μέσου Θράκης στη Μυτιλήνη. Θα παραμείνει στο νησί ως το 1932, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα. Κύρια επαγγελματική του απασχόληση όλο αυτό το διάστημα παραμένει η δημοσιογραφία.
Το 1924 δημοσιεύει σε πρώτη έκδοση το «Η Ζωή εν τάφω», το οποίο θα γίνει γνωστό και θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στη δεύτερη έκδοσή του το 1930, όταν θα λάβει την οριστική μορφή του. Πρόκειται για ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, επικό, ρεαλιστικό, αλλά και λυρικό. Κεντρικό πρόσωπο, ο φοιτητής - λοχίας Αντώνης Κωστούλας, που καταγράφει στο ημερολόγιό του, όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.
Ακολούθησε ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημά του, «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.
Το 1938 ο Μυριβήλης διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, ενώ από το 1946 έως το 1950 είναι διευθυντής προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Το 1958 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Εξακολουθεί με εντατικούς ρυθμούς τη λογοτεχνική του παραγωγή με μια σειρά από διηγήματα, τα οποία συγκέντρωνε σε βιβλία, χαρακτηρίζοντάς τα κάθε φορά και με διαφορετικό χρώμα: «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959).
Ένα από τα διηγήματα του «Γαλάζιου Βιβλίου» το επεξεργάστηκε περισσότερο για να προκύψει η θαυμάσια νουβέλα «Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943). Είναι η ιστορία ενός λαϊκού ανθρώπου, γεμάτου ομορφιά και ζωική ορμή, που περιφρονεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Ξεπερνά, όμως, το όριο και φθάνει στην «ύβρη» και μαζί στην καταστροφή. Με αρκετή καθυστέρηση, ο Μυριβήλης μας δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα το 1949, την «Παναγιά τη Γοργόνα», την ιστορία μερικών προσφύγων που εγκαθίστανται σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Μυτιλήνης.
Ο Στράτης Μυριβήλης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1949 και προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του. Η αντιπολεμική θεματολογία, το λυρικό και ποιητικό ύφος, η καλοδουλεμένη γλώσσα ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου, κατατάσσουν τον Μυριβήλη ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς μας. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969, έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 78 ετών. Τα βιβλία του Στράτη Μυριβήλη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ».

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Για τον Γιώργη Παυλόπουλο

Συντάκτης:
Κώστας Κουτσουρέλης*

Οχτώ παράγραφοι για τον Γιώργη Παυλόπουλο

I.

Με την εξαίρεση των πρώτων πρώτων δημοσιευμάτων του στον περιοδικό τύπο, Γιώργη Παυλόπουλο ποιητή νεαρό δεν γνωρίσαμε. Το Κατώγι βγαίνει όταν ο Παυλόπουλος ζυγώνει τα πενήντα – δεν ξέρω άλλον ονομαστό ποιητή μας που να βγαίνει στα φόρα τόσο αργά. Όμως και στον τόνο της, η ατμόσφαιρα του πρωτόλειου βιβλίου του είναι υπερώριμη, για να μην πω γεροντική. Οι στίχοι του, αργόσυρτοι και βαρύθυμοι, γέμουν από σύμβολα, εικόνες και ρυθμούς δάνειους – από τα βάθη τους αντηχεί η φωνή του Γιώργου Σεφέρη. Λ.χ.:
Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα
ή
Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως
ή
Ταξιδεύαμε απ’ την αυγή.
Στο πλευρό μας η θάλασσα
λαμπερή σα γιαταγάνι
κόβοντας ίσκιους από πεύκα
ή ακόμη
Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια
κ.ο.κ., κ.ο.κ. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Παυλόπουλου είναι σε πολλά αποκαλυπτική για τη σχέση του δασκάλου με τον υπερήμερο ήδη μαθητή. Ο πρεσβύτης ποιητής θα φροντίσει για την έκδοση της συλλογής του ομοτέχνου του, θα αναλάβει ακόμη και το παρεδώσε με τον εκδότη, θα του κάνει παρατηρήσεις πάνω σε συγκεκριμένους στίχους. «Και το νερό ρόδινο γύρω στα λαγόνια της» γράφει αρχικά ο Παυλόπουλος στο ποίημα "Αλφειός". Νερό ρόδινο, δυο ρο απανωτά, κακοφωνία, του υποδεικνύει ο Σεφέρης, κάν’ το καλύτερα «το ρόδινο νερό». Και ο Παυλόπουλος πράγματι τον ακούει.

ΙΙ.

Με βήμα γερό ενδιάμεσο το Σακί του 1981, τον απογαλακτισμό ο Παυλόπουλος τον επιτυγχάνει πλήρως μόλις στα 65 του χρόνια, το 1988-1989, όταν δημοσιεύει ταΑντικλείδια. Στο μεταξύ έχει πεθάνει και ο ποιητής της Στροφής και ο στενός φίλος και συντοπίτης του Παυλόπουλου, Τάκης Σινόπουλος, συμμαθητής του παιδιόθεν στα θρανία της ποίησης, και ιδίως αυτά του Σεφέρη. Όσοι αρέσκονται στους ψυχαναλυτισμούς, θα βρουν στη σύμπτωση τη χρονική πολλά να σχολιάσουν. ΤοΚατώγι βγαίνει στα 1971, χρονιά που εκδημεί ο Σεφέρης, και το ομότιτλο ποίημά της του είναι αφιερωμένο. Η δεύτερη συλλογή του Παυλόπουλου, το Σακί, κυκλοφορεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1981, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σινόπουλος, και περιέχει κι εκείνη ένα ποίημα αφιερωμένο στον επί δεκαετίες πολλές συνοδοιπόρο (κάποια από τα πρώτα ποιήματα του Σινόπουλου, θυμίζω, είναι γραμμένα από κοινού με τον Παυλόπουλο). Φέρει τον βιογραφικό, προφανώς, τίτλο "Ιβήρων 14, 1949".
Στην τρίτη συλλογή του Παυλόπουλου, τα Αντικλείδια, που είναι η πρώτη ολότελα χαρακτηριστική του και περιέχει μερικούς από τους γνωστότερους στίχους του, υπάρχει κι εκεί ποίημα αφιερωμένο σε ομότεχνο, και πάλι όνομα σημαντικό για τον γράφοντα. "Χαιρετισμός στον Jorge Luis Borges" διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο "Ο ποιητής και το φεγγάρι". Είναι το τέταρτο στη σειρά.

ΙΙΙ.

Τι παράδοξο όμως… Ενώ ο Παυλόπουλος των πρώτων συλλογών λαχανιάζει κάποτε στην προσπάθειά του να συντονιστεί με το parlando το σεφερικό, πατώντας την έβδομη δεκαετία της ζωής του  μεταμορφώνεται. Υπάρχει εδώ μια ματιά νεανική που εμψυχώνει τους στίχους του, μια ευθυμία πηγαία, μια παιδική ή εφηβική χαρά πίσω απ’ τις λέξεις του, που τη συναντάει κανείς ατόφυα ιδίως στα ερωτικά, σαρκικά του ποιήματα. Γιατί αυτός ο ώριμος Παυλόπουλος, σε αντίθεση με τον παλιότερο σύνοφρυ εαυτό του, είναι ποιητής ανάλαφρος και παιγνιδιάρης, θα ’λεγε κανείς σκανταλιάρης ενίοτε.
Έτσι είναι δε και οι ηρωίδες του: Η Δηιδάμειά του λ.χ. στο ποίημα "Το άγαλμα και ο τεχνίτης"· ή η καλόγρια απ’ τα Στροφάδια στη "Δαμάλα" που ως άλλη Πασιφάη συνευρίσκεται με τον ταύρο· ή η μικρή αδελφή της νύφης από την "Δοκιμή". Κι ακόμη το κορίτσι από την "Πληρωμή της ηδονής" ή το άλλο από το "Πρώτο δειλινό", ποιήματα που και τα δυο εξιστορούν καταπώς μοιάζει νεανικούς έρωτες.
Εφεξής, τα κορίτσια δεν θα λείψουν ποτέ από τη ποίηση του Παυλόπουλου. Θα τα συναπαντήσουμε στο πρόσωπο της Σαχραζάτ της παραμυθολόγας και της γύφτισσας της γλωσσούς, θα τα βρούμε ως μικρές πριγκίπισσες ή ως χορεύτριες ερωτύλες που ξέρουν να μας προκαλούν μες σ’ ένα χαϊκού:
Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να δω την ελιά
Ή και μας περιπαίζουν:
Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.
Θα τα συναντήσουμε με πλήθος ονόματα, σε ένα σωστό προσκλητήριο καλλονών, στην "Άνθεια":
Ήταν η Φαμπιόλα η Κολομβιάνα στην Καρθαγένη
και η Κάρμεν η φωτιά στο Σαλβατόρ
και η φτωχή Αλίσια στην Περέιτα.
Ήταν η Ηραχίλντα το μανεκέν στο Σάντος
και στο Μπουένος Άιρες η Ρίτα η χορεύτρια
και στο Πουέρτο Μοντ η Γκλόρια η Χιλιανή.
Ήταν η Ρεγγίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο
και η Τουρκάλα η Οϊά στη Σμύρνη
και στο Ταγγάρ της Σενεγάλης μια μαύρη Μαριάννα.
Όλες ωραίες μέσα στη νύχτα.

Θα τα δούμε μέσα στο ασανσέρ, αρρεβωνιάρες του αφεντικού, και ωστόσο δοτικές σε ένα φιλί κλεμμένο:

Ένα πρωί που ανεβαίναμε τη φίλησα
και φτάσαμε στον ουρανό
και κόλλησε το ασανσέρ στα σύννεφα
Κάποτε συναντάμε και γυναίκες ωριμότερες, εκείνη λ.χ. την «κυρία που λάτρευε τις τέχνες» ή τη θειά Σουλτάνα τη πεντάμορφη της Σμύρνης. Όμως τότε είναι οι θαυμαστές τους νεαροί, γενικά οι εραστές στον Παυλόπουλο είναι νέοι: ο μικρός ζαχαροπλάστης με το ζαχαρένιο του κεντρί, και ο θρασύς ανιψιός του θείου τού Σέχα, ή ακόμη το όμορφο δεκαεννιάχρονο παιδί με τα μελαγχολικά μάτια της "Φωτογραφίας". Ο Παυλόπουλος είναι ο ποιητής των νεαρών ερώτων.

ΙV.

Πάντως, η γυναικεία μορφή που συμβολίζει στο πρόσωπό της (θα ’πρεπε ίσως να πω: στο κορμί της) τη Γυναίκα στον Παυλόπουλο είναι βέβαια η "Κόρη της Αβύσσου". Το ποίημα έχει μια ιδιαίτερη θέση στο έργο του, ας είναι και επειδή ανήκει στα ελάχιστα του δημιουργού του που είναι έμμετρο και ομοιοκατάληκτο.
Ο τύπος του κοριτσιού που περιγράφει ο Παυλόπουλος ως μοτίβο λογοτεχνικό είναι ίσως κοινότοπος – κάτι μεταξύ femme fatale και αστικής νεράιδας ξεμυαλίστρας, μια γυναίκα αράχνη που φλερτάρει διαρκώς με τον έρωτα και τον θάνατο – πόσες και πόσες φορές δεν την έχουμε συναντήσει στη μυθολογία, τη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο; Είναι το ανυπότακτο αιώνιο θήλυ που με την ακατανίκητησαγήνη του καταργεί συμβάσεις και φρόνηση και φέρνει τα θύματά του σύρριζα στην κόψη του κινδύνου. Και που κανένα δόλιο βέλος και καμιά σαΐτα απατηλή δεν λείπει απ’ τη φαρέτρα της.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Ασφαλώς, υπάρχουν συγγραφείς, ο Παλαμάς λ.χ. με την Τρισεύγενη ή ο Ελύτης με τηΜαρία Νεφέλη του που έχουν πλάσει πιο ευφάνταστους χαρακτήρες πατώντας πάνω στο ίδιο μοτίβο. Όμως το ποίημα του Παυλόπουλου είναι τερπνό όσο λίγα και ξεχωρίζει για τη λυρική του δύναμη και τη γλαφυρή εικονοποιία του.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μʼ αρέσει.
Και μʼ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

V.

Ποίημα αυστηρό, έμμετρο και ομοιοκατάληκτο, είναι και "Ο λύκος και ο έρωτας" που, δημοσιευμένο στην τελευταία ημιμεταθανάτια συλλογή του ποιητή, το Να μη τους ξεχάσω, παραπροτελευταίο στη σειρά μάλιστα, είναι σαν να επιλογίζει όλον τον ερωτικό Παυλόπουλο. Το παραθέτω γιατί με το θυμόσοφο κέφι του εικονογραφεί ιδανικά όλα όσα υπαινίχθηκα για εκείνον πιο πάνω:

Με τον φίλο μου το λύκο
τον δειλό τον κουτοπόνηρο
περπατούσαμε μαζί
μες στο σκοτεινό μου όνειρο.
Και του λέω Λύκε πες μου
τι να κάνω με τον έρωτα
όλα είναι κει θολά
μυστήρια κι αφανέρωτα.
Και μου λέει άκου Γιώργη
δε θα λύσω τ’ ανεξήγητα
γλέντησε μ’ όσες μπορείς
τ’ αμπέλια είναι ατρύγητα.
Άι στο διάβολο του λέω
αχρείε κι αλιτήριε.
Και το χτήνος μ’ απαντά
να σε φάει ο λύκος κύριε.
Πλάι σ’ αυτό, αν μετράω καλά, έμμετρος και ομοιοκατάληκτος είναι μόνον ο "Νεκρός" από το Κατώγι, ποίημα από τα επιτυχημένα του πρώτου Παυλόπουλου, και το πρωιμότατο, αφού γράφτηκε στα 1946, "Νέοι ποιητές εις το Ρωσικόν", το οποίο ο δημιουργός του θα το θυμηθεί εξήντα και βάλε χρόνια αργότερα και θα το περιλάβει, πρώτο μάλιστα, στο Να μη τους ξεχάσω. Δεν ξέρω αν στα χαρτιά του σώζονται ποιήματα συγκρίσιμα, και τι αξίζουν. Πάντως, αν κρίνω και από τις επιδόσεις του στο χαϊκού, άλλη αυστηρή φόρμα αυτή, ίσως είχαμε εδώ μια ευκαιρία που πήγε χαμένη για τον ποιητή, μια ευκαιρία εκφραστική να ποικίλει τους τρόπους του. Αυτός ο ελευθεριάζων τόνος της μεσοπολεμικής στιχουργίας, με την ελεγειακή και συνάμα σατιρική του φόρτιση, του ταίριαζε, έχω την εντύπωση. Και η σημασία που μαθαίνουμε ότι στα στερνά του απέδιδε στην "Κόρη της Αβύσσου", δείχνει ότι είχε επίγνωση του πράγματος.

VΙ.

Από το Κατώγι ώς τα Αντικλείδια ο Παυλόπουλος κάνει ένα διπλό πέρασμα που σφραγίζει την ώριμη ποίησή του. Από την ιστορία περνάει στον μύθο, και από τον βιωμένο κόσμο των παθών στον συμβολικό κόσμο των ονείρων. Έκτοτε οι άμεσες ιστορικές αναφορές, οι μνήμες του πολέμου, της κατοχής, του εμφύλιου, της δικτατορίας, που στις δυο πρώτες συλλογές δίνουν τον τόνο εκλείπουν. Τη θέση τους παίρνουν μικρά αφηγήματα χωρίς χωροχρονική σήμανση, τα εθνικά συμβάντα και καθέκαστα δίνουν τη θέση τους σε μια μυθοπλασία πιο αφηρημένη. Πόλεμος πια είναι ο κάθε πόλεμος, φαντάρος είναι κάθε στρατιώτης, όλα τελούνται πλέον κάπως πιο αποστασιοποιημένα, σ’ ένα επίπεδο πιο συμβολικό. Ο ευθύς συγκεκριμένος κόσμος εξαχνώνεται, απορροφάται από τον διαθλασμένο κόσμο των αντικατοπτρισμών και των ονείρων.
Όπως στους μύθους του Μπόρχες, όπως στους μύθους του Κάφκα, που επίσης δίνει το παρών στα ποιήματα του Παυλόπουλου, όπως γενικά στους μύθους και στα παραμύθια, το πότε και το πού δεν μετρούν. Έχουμε προφανώς εδώ να κάνουμε με μια διαδρομή αντίθετη του Σεφέρη ή του Σινόπουλου, που συν τω χρόνω γίνονται όλο και πιο τοπικοί και ιστορικοί. Στον ώριμο Παυλόπουλο, αντίθετα, πολλά μοιάζει να γίνονται καθ’ ύπνον και κατ’ όναρ, κατά τη βύθιση στο ασυνείδητο ή κατά τις μετέωρες στιγμές της αφύπνισης, τόσο που η πραγματικότητα της εγρήγορσης να συγχέεται με εκείνη της νάρκης.
Διαβάζω μερικούς χαρακτηριστικούς στίχους από τα Αντικλείδια, από τα πρώτα τέσσερα ποιήματα της συλλογής: «Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος»· «Αυτή που βλέπεις ίσως τη φτιάχνεις χρόνια με το μυαλό σου / στο μόνιμο γκρίζο που προετοιμάζει τα όνειρα»· «Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους»· «Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του / και μάταια θα παλεύει να το θυμηθεί μετά». "Καταγραφή ονείρου" επιγράφεται ένα ποίημα, και ένα άλλο. μερικές σελίδες αργότερα, "Το θέατρο του ύπνου". Μερικά από τα διασημότερα ποιήματα της συλλογής είναι στην ουσία ενύπνια: "Η μύγα", "Το δωμάτιο η γυναίκα και το ποίημα", "Το παιδί και οι ληστές". Θυμίζω και το ιλιαδικό μότο της συλλογής: «Ὡς δ’ ἐν ὀνείρω οὐ δύναται φεύγοντα διώκειν…»
Στο ποίημα "Ο Χοκουζάι και η Γυναίκα του Ψαρά" ο Παυλόπουλος είναι σαν να μας εξηγεί τη μέθοδό του.


Ίσως ο Χοκουζάι στο όνειρό του
είδε τη Γυναίκα του Ψαρά
να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή
καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε
το χταπόδι του ονείρου της.
Ίσως η Γυναίκα του Ψαρά
είδε το Χοκουζάι στ’ όνειρό της
να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή
καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε
το χταπόδι του ονείρου της.
Ίσως εμείς κοιτάζοντας τη ζωγραφιά του Χοκουζάι
βλέπουμε δυο όνειρα το ένα μέσα στο άλλο
δίχως να το ξέρουμε.

Το μοτίβο είναι βεβαίως παμπάλαιο. La vida es sueño, η ζωή είναι όνειρο, είναι ο τίτλος του έργου εκείνου που στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας το μνημείωσε με τον ιδεωδέστερο τρόπο. Και ο Παυλόπουλος, πράγματι, χαράζοντας αυτές τις γραμμές είναι σαν να υπομνηματίζει τον Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, και τον μεγάλο μονόλογο του Σιγισμούνδου, του απεγνωσμένου ήρωά του:

Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το ’δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
(μτφρ. Ν. Χατζόπουλος)

VII.

Σε άλλα ποιήματα του Παυλόπουλου τη θέση του ονείρου, ως έτερης, διαφορετικής πραγματικότητας εντός και εκτός της κοινής, παίρνει ο καθρέφτης ή η μνήμη ή η θεατρική σκηνή. Όμως ο κυκλικός χαρακτήρας της σύλληψης διατηρείται. Μελετώντας το έργο του Αργύρη Χιόνη, ο Γιάννης Πατίλης ανέσυρε από εκεί τη φράση "το περιέχον περιεχόμενον" για να χαρακτηρίσει αυτού του είδους τις ουροβόρες συνθέσεις, τα ποιήματα δηλαδή που τρών και ξερνούν τον εαυτό τους επανερχόμενα διαρκώς στην πρώτη αφετηρία. Ο όρος ταιριάζει και στον Παυλόπουλο. Ακούστε το ποίημά του "Ο ταξιδιώτης":
Ένας ταξιδιώτης
αποκοιμιέται πάνω στ’ άλογό του
και βλέπει στ’ όνειρό του
πως τάχα το ταξίδι του
είναι ένα όνειρο
που το βλέπει κοιμισμένος
πάνω στ’ άλογό του.
Και ένα άτιτλο ποίημα του Χιόνη:
Μέσα στη μοναξιά μου είν’ ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου
Ακούστε το "Στίχος ενύπνιος" του Παυλόπουλου:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.

Και ένα τετράστιχο του Χιόνη, επίσης από το "Περιέχον Περιεχόμενον" του:

Είμαι χρόνος κι είμαι μες στο χρόνο
Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου
Όμως Παυλόπουλος και Χιόνης έχουν και άλλα κοινά, πέρα από την κυκλικότητα της λυρικής τους σκέψης. Η αγάπη τους για τις απωανατολίτικες φόρμες και παραδόσεις είναι ένα τέτοιο. Και ένα άλλο ότι και των δυο τα ποιήματα είναι συχνά παραβολές ή αλληγορίες: μύθοι όπως είπα προηγουμένως. Μια συγκριτική τους εξέταση θα έφερνε πιθανόν στο φως περισσότερα.

VΙII.

Θα κλείσω με μια γενική παρατήρηση, χρήσιμη όμως για τη γενική αποτίμηση του Γιώργη Παυλόπουλου όπως φρονώ. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ποιητές μας του Μεταπολέμου, που είναι ποιητές μιας διάχυτης στο έργο τους γενικής ατμόσφαιρας ή, σπανιότερα, ποιητές του εντυπωτικού αποσπάσματος ή του δυνατού μεμονωμένου στίχου, η βασική εκφραστική μονάδα στον Παυλόπουλο είναι το πλήρες, κατορθωμένο ποίημα Ο αναγνώστης από το πρώτο ξεφύλλισμα πέφτει πάνω σε τέτοια ποιήματα, που του τραβούν την προσοχή και στα οποία ανατρέχει διαρκώς. Ποιήματα εθιστικά και αλησμόνητα όπως "Της γύφτισσας", το "Παιδί και οι ληστές", το "Αισθηματικό". Πρέπει κανείς να ανατρέξει στην προνεωτερική εποχή για να συναντήσει κάτι παρόμοιο σε ποιητές μας σημαντικούς, όχι όμως και συγκαταλεγόμενους κατ’ ανάγκην στους αποκαλούμενους μεγάλους. Μιλώ για ανθρώπους όπως ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Τέλλος Άγρας. Σ’ αυτούς πλάι νομίζω, και σε ύψος ανάλογο, θα τοποθετήσει το μέλλον και τον Παυλόπουλο κάποια στιγμή. Πλάι δηλαδή σε σπουδαίους τεχνίτες που κατόρθωσαν ίσως όχι να αρθρώσουν ένα καθολικό και μεγαλεπήβολο όραμα για τον κόσμο, αλλά πάντως να διασώσουν κάποιες πολύτιμες στιγμές του, τρέποντάς τες σε λόγο ουσιώδη, τερπνό και ανεξίτηλο.
Τα προσωνύμια ποιητής μείζων ή κορυφαίος κρατούν βέβαια την αξία τους. Τη ζωή της ποίησης όμως την αληθινή, πάει να πει τη μύχια σχέση του έργου με τον αναγνώστη, είναι τέτοια ποιήματα που την κρατούν και τη διαιωνίζουν. Και είναι εγκώμιο μέγα για έναν ποιητή, ίσως το μέγιστο, να μπορούμε να πούμε ότι έχει ποιήματα τέτοια  – και με το παραπάνω.
* Ο Κ. Κουτσουρέλης είναι ποιητής.
Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Από τον δραματικό λυρισμό στον ονειρικό παροξυσμό

Πέμπτη 3 Μαΐου 2018

"ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΕΙΟ" ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Την Πέμπτη 10 Μαΐου 2018, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη

 (αίθουσα Cotsen Hall), στις 7:00 το βράδυ,
θα γιορτάσουμε τα 
5 χρόνια των Εκδόσεων Αρχείο,
παρουσιάζοντάς σας τα 9 βιβλία του 2017 και του 2018.

~~~~~
Τα βιβλία θα παρουσιαστούν με την εξής σειρά:
Κώστας Βάρναλης, Αστυνομικά
Ελένη Μπόμπου Πρωτοπαπά, Αγαμέμνων Σλήμαν, «Ο περιπόθητος υιός»
Γιάννης Τζεδάκις,  Χανιά - Ρέθυμνο, Ένα μαγευτικό ταξίδι που συνεχίζεται
Ξένη Αραπογιάννη, Αρχαία Θουρία - Το Ασκληπιείο
Παύλος Π. Αντωνάτος, Η «άλλη» ανασκαφή 
(υπό έκδοση)
Νίκος Γ. Μοσχονάς, Αναμνήσεις αρχείου - Ο απόπλους για το Ιστορικό Αρχείο Κεφαλονιάς
Μιλτιάδης Κ. Αργυρόπουλος,  Η Μάχη της Δοϊράνης
Μαρσελέν Ντελπρά, Επιστολές από το Μακεδονικό μέτωπο, 1915-1917 

 (υπό έκδοση)
Αγγελική Γαρίδη, Τα ερμάρια του χρόνου
 ~~~~~

Ομιλητές:
Νίκος Σαραντάκος, Ελένη Μπόμπου Πρωτοπαπά, Γιάννης Τζεδάκις, Ξένη Αραπογιάννη, Παύλος Π. Αντωνάτος, Νίκος Γ. Μοσχονάς, Μιλτιάδης Κ. Αργυρόπουλος, Bernard Queuille, Αγγελική Γαρίδη,
Μιράντα Τερζοπούλου, Ναταλία Βογκέικωφ-Μπρόγκαν.

~~~~~

Οι ομιλίες θα διαρκέσουν περίπου 90'.
Θα ακολουθήσει μπουφές.

Είσοδος ελεύθερη

~~~~~

Εκτός από όλα τα βιβλία μας (2013-2018) που θα διατίθενται με μεγάλη έκπτωση,
θα πωλούνται και επιλεγμένα CD και DVD κλασικής μουσικής και όπερας
από την συλλογή των Εκδόσεων Αρχείο!

*Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, αίθουσα Cotsen Hall Διεύθυνση: Αναπήρων Πολέμου 9, 106 76 Αθήνα, Τηλέφωνο: 21 3000 2400 http://www.ascsa.edu.gr/index.php/about/cotsen-hall

Σάββατο 7 Απριλίου 2018

Ο Μυστικός Δείπνος του ντα Βίντσι

Το 1495, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι δημιούργησε ένα από τα πιο σημαντικά έργα στην Ιστορία της Τέχνης που έχει εμπνεύσει άπειρες εκδοχές.

Andy Warhol, The Last Supper, 1986, Screenprint and colored graphic art paper collage on paper 
© The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc. / DACS/Artimage 2018.


Κείμενο
Γιολάντα Γραμματικάκη [*]


Το θέμα του Μυστικού Δείπνου ήταν συχνό στην εκκλησιαστική απεικόνιση από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια (συναντάται ήδη στις ρωμαϊκές κατακόμβες) λόγω της διπλής του σημασίας: είναι η ανακοίνωση του Ιησού προς τους μαθητές του ότι κάποιος ανάμεσα τους θα τον προδώσει αλλά και η εγκαθίδρυση του μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας.

Από το 1495 έως το 1498, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι φτιάχνει την αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου στους τοίχους της μονής Santa Maria delle Grazie στο Μιλάνο κατά παραγγελία του δούκα Λουντοβίκο ιλ Μόρο Ludovico Sforza. Aποφασίζει να δοκιμάσει μια νέα τεχνική: αντί να δουλέψει την τοιχογραφία του σε υγρό τοίχο όπως απαιτεί το fresco, ζωγραφίζει με τέμπερα σε στεγνό τοίχο καθώς δεν θέλει να βιαστεί να τελειώσει πριν καν στεγνώσει η μπογιά και συγχρόνως θέλει να πετύχει μια λάμψη που δεν μπορεί να του δώσει η νωπογραφία. Όμως το πείραμα αποτυγχάνει και το έργο σε μερικές δεκαετίες αρχίζει να καταστρέφεται, ενώ μια πόρτα που ανοίχτηκε στη μονή το 1652 έφαγε τελείως τα πόδια του Ιησού. Το πέρασμα των χρόνων, οι σεισμοί και οι βομβαρδισμοί του Β’ΠΠ απαίτησαν να ξεκινήσει το 1980 μια 19χρονη αναπαλαίωση, που επανέφερε το διαστάσεων 4,4 Χ 8,8 μ. έργο σε καλή κατάσταση, αλλά με ελάχιστες πια πινελιές από το χέρι του ντα Βίντσι.

Leonardo da Vinci, The Last Supper, 1495-1498, Convent of Santa Maria delle Grazie in Milan. [Wikimedia Commons]


Ο ζωγράφος απαθανατίζει τη στιγμή που ο Ιησούς ανακοινώνει ότι ένας από τους μαθητές θα τον προδώσει. Η αγωνία και αναστάτωσή τους είναι φανερή. Πιστεύεται ότι ο ντα Βίντσι ζωγράφισε όλους τους μαθητές βασισμένος με υπαρκτά πρόσωπα. Για τον Ιούδα έψαξε πολύ στις φυλακές του Μιλάνου ώστε να βρει την τέλεια μορφή κακοποιού.
Προκειμένου να πετύχει την τέλεια προοπτική, κάρφωσε στον τοίχο ένα καρφί και τράβηξε από εκεί σκοινιά ακτινωτά στις θέσεις των μαθητών. Από το παράθυρο στο βάθος φαίνεται η θέα του ουρανού και της εξοχής.

[leonardodavinci.net]

Το έργο βρίθει κρυμμένων συμβολισμών: το χυμένο αλάτι που έχει σπρώξει ο Ιούδας με τον αγκώνα του μπορεί να σημαίνει κακοτυχία, απώλεια ή την προδοσία του Ιησού που είναι το Αλάτι της Γης. Και γιατί είναι ο μόνος με άδειο πιάτο; Προβληματισμός υπάρχει και για το τι ψάρι σερβίρεταιLeonardo Da Vinci's 'The Last Supper' reveals more secrets | EurekAlert! στο Δείπνο: αν είναι χέλι, η ιταλική λέξη aringa είναι κοντά στην arringa, που σημαίνει κατήχηση και υπεράσπιση, και κατ’ επέκταση πίστη στον Ιησού. Αν είναι ρέγκα, η λέξη renga στη βόρεια Ιταλία, κατά κάποιους ερευνητές, σημαίνει αυτόν που απαρνιέται την πίστη, όπως ο Πέτρος απαρνήθηκε τον Ιησού.
Στα αριστερά του Ιησού, ο Θωμάς σηκώνει το δάχτυλό του στον αέρα. Είναι πιθανό ο ντα Βίντσι να το τονίζει επειδή αργότερα ο Θωμάς δεν πίστεψε τα νέα για την Ανάσταση και ήθελε να ψηλαφίσει «με τα ίδια του τα χέρια» τις πληγές στο σώμα του Ιησού.
Στα δεξιά του Ιησού κάθεται ο Ιωάννης. Λόγω του ευγενικού παρουσιαστικού και των μακριών μαλλιών του, πολλοί ιστορικοί τέχνης (και ο Νταν Μπράουν στον Κώδικα ντα Βίντσι) υποστηρίζουν ότι είναι η συγκεκαλυμμένη εικόνα της Μαρίας Μαγδαληνής.
Στο σύνολό του, ο Μυστικός Δείπνος είναι μια σύνθεση γεμάτη δραματουργία, κίνηση και θεατρικότητα. Η προδοσία, ο φόβος, και η βεβαιότητα του θανάτου είναι διάχυτα, σαν να βλέπουμε ταινία στο σινεμά. Είναι σταθμός στην ιστορία της τέχνης και ένα έργο πάνω στο οποίο βασίστηκαν πολλοί καλλιτέχνες για να εκφράσουν δικές τους ιδέες.

___________